Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

ΜΕ ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΟ ΣΤΟ ...ΜΕΛΙ

           

           Δεν ήταν τόσο ότι μας έκοβε η λόρδα, γιατί τα περισσότερα παιδιά είχαμε φάει λίγο νωρίτερα το σνακ της εποχής, δηλαδή μια φέτα μπαγιάτικο ψωμί πασπαλισμένη με ζάχαρη και νερό. Αλλά, να! Όταν έβγαιναν νωρίς το μεσημέρι από τον φούρνο, οι λαμαρίνες του στρατού με το κοτόπουλο και τις χοντροκομμένες πατάτες, μοσκοβολούσε ο τόπος από τα μυρωδικά και τα μπαχάρια και ήταν αδύνατον να αντισταθείς στον πειρασμό να αρπάξεις μία πατάτα στα «κλεφτά» μέσα από τη λαμαρίνα, να δοκιμάσεις!

            Ο εμφύλιος και η ανώμαλη πολιτική κατάσταση που ακολούθησαν την γερμανο-ιταλο-βουλγαρική κατοχή, δεν άφηναν την Ελλάδα να ορθοποδήσει. Έτσι, και μεγάλο αριθμό στρατιωτών ήταν αναγκασμένη να διατηρεί η χώρα ακόμα και στα μέσα της δεκαετίας του εξήντα, και η ανέχεια εξακολουθούσε να μαστίζει τον πληθυσμό και κυρίως τα παιδιά που ήταν στην ανάπτυξη.
            Έτσι λοιπόν, επειδή οι στρατιώτες στις Μονάδες ήταν πολλοί και δεν επαρκούσαν οι εγκαταστάσεις για να παρασκευαστεί το φαγητό, το ετοίμαζαν οι μάγειροι μέσα σε τεράστιες λαμαρίνες και το έστελναν να ψηθεί στους φούρνους της πόλης. Η μεταφορά, από και προς τους φούρνους, γινόταν ως εξής: Δημιουργούσαν οι στρατιώτες μια μεγάλη φάλαγγα εφ ενός ζυγού, ο ένας δηλαδή πίσω από τον άλλον. Μπροστά πήγαινε ο επικεφαλής που κρατούσε από το ένα χερούλι την πρώτη λαμαρίνα, ακολουθούσε πίσω ακριβώς ο δεύτερος που έπιανε με το ένα χέρι το πίσω μέρος της πρώτης λαμαρίνας και με το άλλο του χέρι τη δεύτερη λαμαρίνα, την οποία κρατούσε μαζί με τον τρίτο στρατιώτη που ακολουθούσε, κ.ο.κ.. Αυτό συνεχιζόταν μέχρι τον τελευταίο στη σειρά, που φυσικά κρατούσε την τελευταία λαμαρίνα με το φαγητό.
            Οι στρατιώτες που μετέφεραν τις λαμαρίνες στον φούρνο της δικής μας γειτονιάς, ήταν πάντοτε οι ίδιοι, ως την ημέρα που θα απολυόντουσαν ή θα τους δίνανε μετάθεση. Έτσι λοιπόν κι εμείς τους γνωρίζαμε καλά, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, που τους είχαμε βγάλει και παρατσούκλια. Κι αυτοί με τη σειρά τους σαν ήθελαν να μας πειράξουν, μας φώναζαν με τα μικρά μας τα ονόματα!
-            «Γιάννη, μη τρως πολλές πατάτες θα χοντρύνεις». «Γρηγόρη, τις μασάμε πρώτα κι ύστερα τις καταπίνουμε, πρόσεχε γιατί θα πνιγείς από τη λαιμαργία σου». «Ανθούλα, μία-μία τις βάζουμε στο στόμα,  θα λερώσεις το …καλό σου το φουστάνι και θα σου τις βρέξει η μαμά όταν γυρίσεις σπίτι», και άλλα τέτοια περιπαικτικά.
Από την πλευρά μας τώρα, τα πιο χαρακτηριστικά παρατσούκλια που τους είχαμε βγάλει,  ήταν του Λοχία επικεφαλής που τον λέγαμε «Αλέν Ντελόν», γιατί έφερνε λιγάκι στον πρωταγωνιστή του γαλλικού κινηματογράφου και είχε έκδηλη ωραιοπάθεια. Του δεύτερου στη σειρά που τον φωνάζαμε «Φρατζόλα», γιατί ήταν ευτραφής και είχε πάντα κρυμμένες μέσα στο φαρδύ χιτώνιό του δυο φρατζόλες ζεστό ψωμί, που …διαπραγματεύονταν νωρίτερα με τη φουρνάρισσα. Και του τελευταίου στη σειρά, που δεν τον χώνευε κανένα από τα παιδιά και τον αποκαλούσαμε απαξιωτικά «Φαντάρο», γιατί, σε αντίθεση με τους άλλους, δεν μας άφηνε ποτέ να βάλουμε χέρι στη λαμαρίνα που κρατούσε. Αυτή ήταν και η αιτία που όταν έφτανε μπροστά μας, τον υποδεχόμασταν όλοι οι πιτσιρίκοι ρυθμικά, με το γνωστό την εποχή εκείνη στιχάκι: «Φαντάρος περνάει, αρβύλα βρομάει, κάλτσα μυρίζει, κώλος σφυρίζει…», κι ύστερα το βάζαμε στα πόδια χασκογελώντας, τάχα για να μη μας βάλει στο κατόπι και μας τσακώσει… Αυτός, απεναντίας, χαμογελούσε πάντα ευγενικά με κατανόηση και δεν μας έλεγε κουβέντα! 
Αυτή η δουλειά συνεχιζόταν για μήνες, ώσπου μια μέρα αλλάξανε ξαφνικά όλοι οι στρατιώτες και εμφανίστηκαν καινούρια πρόσωπα που δεν τα ξέραμε. Αυτό είναι αλήθεια πως μας στοίχισε αρκετά, γιατί τους παλιούς τους είχαμε συνηθίσει. Τις πρώτες μέρες μάλιστα, κανείς από την παρέα δεν αποπειράθηκε να πλησιάσει τις φορτωμένες λαμαρίνες! Ίσως και να φοβόμασταν λιγάκι, γιατί δεν ξέραμε πως θα αντιδράσουν οι καινούργιοι.
Σε μια από τις επόμενες μέρες, εκεί που καταστρνώναμε τα νέα σχέδια επιθέσεως και τις παράτολμες καταδρομικές επιδρομές προς τις φάλαγγες των …λιχουδιών, εμφανίστηκε από τη στροφή του δρόμου ο «Φαντάρος», αυτή τη φορά με τα πολιτικά του ρούχα, να κρατάει μια μεγάλη αγκαλιά ζαχαρωτά και καραμέλες.
-            Παιδιά επιτέλους απολύθηκα, μας είπε, και γελάγανε από χαρά και τα μουστάκια του! Και άρχισε να μας μοιράζει καραμέλες τσίχλες κι άλλα τέτοια καλούδια, που σπάνια τα έβρισκε κανείς στη φτωχογειτονιά μας!  
Κάθισε έπειτα μαζί μας και κουβεντιάσαμε για ώρα. Τον λέγανε Λευτέρη. Μας είπε πολλά προτού μας αποχαιρετήσει για την ιδιαίτερη πατρίδα και το σπίτι του. Εκείνο όμως που μας έκανε περισσότερο εντύπωση, ήταν όταν μας ομολόγησε τον λόγο που δεν μας άφηνε να πάρουμε πατάτες από τη λαμαρίνα!
Δεν ήταν πως δεν μας αγαπούσε, όπως είπε, αλλά γιατί δεν ήθελε να μάθουμε να αρπάζουμε από αυτά που δεν μας ανήκαν, να κλέβουμε με αυτόν τον τρόπο την Πατρίδα. Ούτε αυτός είχε δικαίωμα να μας χαρίζει πράγματα που δεν ήτανε δικά του. Και αν εμείς χειροκροτούσαμε τους άλλους κι αυτόν τον κοροϊδεύαμε, καμία δεν μας κράταγε κακία. Όσο για τον Αλέν Ντελόν και τον Φρατζόλα, μας άφησε να εννοήσουμε πως  μπορεί αυτοί να μας παρότρυναν να παίρνουμε μεζεδάκια από τις λαμαρίνες, τάχα γιατί νοιαζόντουσαν για μας, αλλά κατά βάθος ήθελαν να θολώσουν τα νερά, γιατί είχαν κατά νου να βάλουνε το δάχτυλο στο ...μέλι! Και πως οι υπόλοιποι στρατιώτες, απλά αδιαφορούσαν. 
Όταν στο τέλος τον ρωτήσαμε τι απέγιναν αυτοί, δηλαδή ο Αλέν και ο Φρατζόλας, αυτός δεν μας απάντησε και έκανε να φύγει χαμογελώντας ευχαριστημένος. Εμείς τον αποχαιρετήσαμε με ένα παρατεταμένο χειροκρότημα, περισσότερο για τα γλυκά που μας προσέφερε  και λιγότερο γιατί καταλάβαμε το νόημα των όσων είπε!   
Όπως μάθαμε αργότερα από τους νέους στρατιώτες, τον μεν ωραιοπαθή Αλέν τον πιάσανε στα πράσα να κλέβει τις προμήθειες του στρατού και τον έχωσαν στη φυλακή για κάποια χρόνια, τον δε Φρατζόλα, που έκανε κακή διαχείριση και σπατάλες στο συσσίτιο, τον έβαλαν για τιμωρία να καθαρίζει τις ...Καλλιόπες, μέχρι που απολύθηκε!!!  

Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ…



            Ο συνταγματάρχης διοικητής του κέντρου νεοσυλλέκτων, έβαλε τις τελευταίες υπογραφές στα έγγραφα του γραφείου  μέριμνας προσωπικού και ετοιμάστηκε να φύγει για το πεδίο βολής, όταν χτύπησε η πόρτα του γραφείου του. Ήταν ο υπολοχαγός υπασπιστής του.
-            Κύριε Διοικητά, είναι στην αίθουσα αναμονής ένας ασυνήθιστος τύπος και ζητάει επειγόντως να σας δει! Ισχυρίζεται πως θέλει να σας διαβιβάσει ένα αίτημα της υπουργού πολιτισμού!
-          Πως είναι;
-            Γύρω στα τριάντα, έχει την εμφάνιση ξεπεσμένου χίπη της δεκαετίας του εξήντα με λουλουδάτο πουκάμισο, κοτσίδα τα μαλλιά και δερμάτινα σαντάλια. Από τον ώμο του κρέμεται χιαστί μια βρόμικη ταχυδρομική τσάντα. Μυρίζει περίεργα! Κατά τα άλλα …ήσυχος μου φαίνεται!
-          Πες του να περάσει!
Ο επισκέπτης μπούκαρε χωρίς να χτυπήσει την πόρτα του γραφείου του διοικητή, είπε «γεια», περιεργάστηκε με αδιακρισία τα έπιπλα και τον διάκοσμο, χαμογέλασε ανέκφραστα και βύθιζε τις παλάμες του βαθιά στις μπροστινές τσέπες του παντελονιού του ανασηκώνοντας ταυτόχρονα τους ώμους του.
-            Καθίστε παρακαλώ, παρήγγειλε στον επισκέπτη του ο διοικητής. Θα πάρετε καφεδάκι; Σε τι οφείλουμε την τιμή της επισκέψεώς σας;
Ο επισκέπτης κάθισε στην κόχη μιας πολυθρόνας! Ο διοικητής γύρισε προς τον υπασπιστή του και τον διέταξε αυστηρά. «Εσύ να μείνεις εδώ»!
            Ο υπολοχαγός δαγκώθηκε! Ήξερε πως όταν ο Διοικητής του έλεγε να καθίσει στο γραφείο μαζί με τους επισκέπτες, τον ήθελε για μάρτυρα των όσων ενδεχομένως θα ακολουθούσαν!
-            Ξέρεις είμαι σκηνοθέτης, είπε τελικά ο επισκέπτης - που έδειχνε να αγνοεί την χρήση του πληθυντικού ευγενείας - και γυρίζω ένα ντοκιμαντέρ στο αρχαίο θέατρο της Επίδαυρου. Είναι μια παραγωγή του υπουργείου πολιτισμού για την οποία ενδιαφέρεται η ίδια η υπουργός προσωπικά!
Ο διοικητής κοκκίνισε! Ο επισκέπτης συνέχισε!
-            Όπως καταλαβαίνεις, θα πρέπει να μου διαθέσεις για πέντε μέρες, εκατό νεοσύλλεκτους για κομπάρσους και τέσσερα φορτηγά του στρατού για τις ανάγκες της παραγωγής.
Ο διοικητής πρασίνισε! Ο επισκέπτης συνέχισε!
-            Μη στεναχωριέσαι, θα τους ντύσω αρχαίους Έλληνες, θα τους ταΐζω και θα τους ποτίζω εγώ! Και τα καύσιμα δικά μου! Το υπουργείο πληρώνει καλά!
Ο διοικητής άστραψε και βρόντηξε! Ο επισκέπτης άρχισε να ..μυρίζει αλλιώς!
-          Δεν μου λες νεαρέ, εσύ πήγες φαντάρος; Υπηρέτησες την πατρίδα;
Ο επισκέπτης χλόμιασε. Ο διοικητής συνέχισε!
-            Πολύ αμφιβάλω! Πρώτη φορά θα μπαίνεις σε στρατόπεδο! Άκουσε λοιπόν και βάλτο καλά στο μυαλό σου! Οι μανάδες δεν στέλνουν τα παιδιά τους στο στρατό για να παριστάνουν τους καραγκιόζηδες και τους κομπάρσους! Τους στέλνουν να υπηρετήσουν την πατρίδα και να γίνουν άντρες, παλικάρια. Είναι τιμή να υπηρετήσει ένας νέος την πατρίδα του! Το κόστος της ελευθερίας που απολαμβάνεις νεαρέ είναι μεγάλο και το πλήρωσαν άλλοι! Αλλά τι περιμένεις; Η εξουσία δίνει το κακό παράδειγμα! Πήγαινε τώρα από εκεί που ήρθες!
Ο επισκέπτης απογοητεύτηκε! Ο Διοικητής …αποστρατεύτηκε!
***
Τριάντα περίπου χρόνια μετά, τις προάλλες, πραγματοποιήθηκε σε κατάμεστη από κόσμο αίθουσα κεντρικού ξενοδοχείου των Αθηνών, μια εξαιρετική και επίκαιρη λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων εκδήλωση, με θέμα: «Τουρκική Επιθετικότητα, Εθνική Άμυνα και Οικονομική Κρίση». Την εκδήλωση οργάνωσε με μεγάλη επιτυχία, ο τομέας «Άμυνα και Διπλωματία» του Liberal.gr, που φρόντισε να εξασφαλίσει τη συμμετοχή εκλεκτών ομιλητών από τη στρατιωτική, την πολιτική και την πανεπιστημιακή κοινότητα.
‘Ένας εκ των ομιλητών, στην καθ’ όλα εξαιρετική και από στήθους ομιλία του, αφού αναφέρθηκε στην πολιτική αστάθεια που χαρακτηρίζει την περιοχή μας  από την προσπάθεια της Τουρκίας να μεταμορφωθεί σε νέα οθωμανική αυτοκρατορία, επεσήμανε την τεράστια αξία που έχει το υπέρτατο αγαθό της ελευθερίας, που για να την αποκτήσεις και να την διατηρήσεις, απαιτούνται τεράστιες θυσίες. Και αναρωτήθηκε: «Πόσο έχει αξία η ελευθερία σε μια κοινωνία που οι μαμάδες πιστεύουν πως τα παιδιά τους δεν πρέπει να πηγαίνουν στο στρατό;».
Την αποκλειστική ευθύνη γι αυτό το φαινόμενο, την φέρουν οι πολιτικές ηγεσίες των τελευταίων δεκαετιών. Όταν ενθάρρυναν την άποψη, πως η στρατιωτική θητεία είναι χάσιμο χρόνου, συνθλίβει την προσωπικότητα των νέων και άλλες τέτοιες ανοησίες που μοναδικό στόχο είχαν το καλόπιασμα και την ψηφοθηρία. Όταν κορυφαία στελέχη, υπουργοί, ακόμα και πρωθυπουργοί απέφυγαν ή και εξαγόρασαν την θητεία τους εκμεταλλευόμενοι διάφορα τεχνάσματα και μεθοδεύσεις. Όταν με κάθε τρόπο και μέσο συνετέλεσαν –ηθελημένα ή μη- στην διάβρωση των πατροπαράδοτων αξιών και στην απαξίωση των Θεσμών.  
Η Ελληνίδα μάνα είναι η ίδια από την αρχαιότητα ως σήμερα και της αξίζει τιμή! Αυτό το έχει αποδείξει σε όλους τους αγώνες που έδωσε το έθνος μας κάτω από ενωμένες και φωτισμένες ηγεσίες! Αυτή τη μάνα σέβεται και έχει για πρότυπο ο λαός μας που τραγουδά: «Τ' Ανδρούτσου η μάνα χαίρεται του Διάκου καμαρώνει, γιατί έχουν γιους αρματολούς και γιους καπεταναίους…».
Ας δείξουν πρώτοι το παράδειγμα οι κυβερνώντες και ο λαός θα ακολουθήσει, όπως ακολούθησε το όραμα του Ελευθερίου Βενιζέλου, ο οποίος, όντας πρωθυπουργός, έστειλε κατά τους Βαλκανικούς πολέμους τους δυο του γιούς, να πολεμήσουν στο μέτωπο και μάλιστα σε μονάδες πρώτης γραμμής!!! Και πολλές σκλαβωμένες περιοχές της Ελλάδας, λευτερώθηκαν!
Η αξία της ελευθερίας είναι ανυπολόγιστη!


Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017

ΤΟ ΠΑΛΙΚΑΡΙ ΗΤΑΝ …ΑΠΕΙΘΑΡΧΟ


            Τέτοιον αέρα, δεν είχαμε ξανασυναντήσει στη ζωή μας. Σωστή θεομηνία. Ο οδηγός της παρέας, επιστρατεύοντας όλες του τις ικανότητες, κατάφερε να δαμάσει τις απίστευτα ισχυρές αιολικές ριπές, να κρατήσει το ταλαιπωρημένο Φίατ 127μέσα στα όρια της ασφάλτου που ένωνε την εθνική οδό με το Λουτράκι Κορινθίας, και να παρκάρει τελικά με ασφάλεια σε μία πάροδο κοντά στην παραλία.
Σταθήκαμε τυχεροί που βρήκαμε αμέσως -μέσα στην ερημιά του Δεκέμβρη του ’79- τη μόνη ανοιχτή ψαροταβέρνα της λουτρόπολης, που τ’ απογεύματα λειτουργούσε και ως καφετέρια σερβίροντας καφέ και αναψυκτικά.
Ήταν σχεδόν γεμάτη! Τα περισσότερα τραπέζια, τα είχαν καταλάβει οι φαντάροι χειριστές μηχανημάτων, που ξόδευαν την έξοδό τους από τη Σχολή Μηχανικού, γλυκοκοιτάζοντας συντονισμένα τις τρεις νεαρές κοπέλες που φιλοξενούσε ένα τραπεζάκι κοντά στην αυτοσχέδια ξυλόσομπα, αδιαφορώντας για το ανατριχιαστικό και πανέμορφο συνάμα θέαμα που δημιουργούσαν  τα τεράστια κύματα του Κορινθιακού, όταν, λίγο πριν συντριβούν με πάταγο πάνω στο τσιμεντένιο κράσπεδο της προκυμαίας, σκαρφάλωναν πέντε-έξι μέτρα πάνω από την επιφάνεια του δρόμου και σου δημιουργούσαν την αίσθηση πως θα σε καταπιούν.
            Όταν έπεσε μετά από λίγο το σκοτάδι και η ταβέρνα άδειασε, ήρθε και κάθισε κοντά μας ο ταβερνιάρης που δεν έκρυψε καθόλου την διάθεσή του για κουβέντα. Μας κέρασε μάλιστα χύμα κορινθιακή ρετσίνα και μια πιατέλα με φρέσκες καραβίδες!
-           Να πάτε αύριο στο Μοναστήρι, μας είπε φιλικά. Έχει γιορτή, γιορτάζει ο Όσιος Πατάπιος, να προσκυνήσετε και το Ιερό του Λείψανο. Εκεί ακόμα, βρίσκεται και η Τιμία Κάρα της Αγίας Υπομονής, που ήταν η μητέρα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, του τελευταίου αυτοκράτορα! Ελάτε εδώ να δείτε!
-          Μας οδήγησε στην άκρη της τζαμαρίας που έβλεπε προς το βουνό.  Να! Εκεί που βλέπετε τα φώτα είναι η Ιερά Μονή. Καθίστε τώρα να σας πω μια ιστορία: 
«Παλιά, που δεν υπήρχε δρόμος για το Μοναστήρι, υπηρετούσα τη θητεία μου στο Μηχανικό με την ειδικότητα του χειριστή αεροσυμπιεστή, να, όπως τα φανταράκια που καθόντουσαν πρωτύτερα εδώ χάμου. Ένα πρωί που λέτε, μας κάλεσε καμιά εικοσαριά κληρωτούς ο Διοικητής της Σχολής Μηχανικού και μας ανέθεσε να φτιάξουμε τον δρόμο από χαμηλά, από τα θερμά Λουτρά, ως την κορφή σχεδόν που βρίσκεται το Μοναστήρι. Αρχική διάνοιξη δηλαδή. Η πλαγιά, όπως την είδατε κι εσείς, είναι απόκρημνη, γεμάτη βράχια, επικίνδυνη! 
Με χίλια ζόρια προχωρούσε η δουλειά και η μπουλντόζα (προωθητής) αγκομαχούσε στην ανηφόρα να σπάει τα βράχια, γιατί δεν μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε εκρηκτικά, μιας κι από κάτω περνούσε ο κεντρικός δρόμος προς την Περαχώρα και είχε κίνηση. 
Κάποια κακιά στιγμή, τινάζεται η λεπίδα του μηχανήματος σε ένα βράχο μυτερό, η μπουλντόζα φέρνει δύο στροφές γύρω από τον άξονά της και σκαλώνει, ως εκ θαύματος, στην άκρη του γκρεμού πενήντα μέτρα πάνω από τη θάλασσα. Μεγάλη η χάρη του Οσίου! 
Ο επικεφαλής Λοχαγός, τρελάθηκε από τη στεναχώρια του. Όλοι όσοι ζήσαμε το περιστατικό είχαμε πάθει σοκ και πιο πολύ απ’ όλους ο οδηγός της μπουλντόζας, που, ίσα που πρόλαβε και πήδηξε απ’ το μηχάνημα για να σωθεί. Κι εκεί που όλους μας έπιασε απελπισία, παρουσιάζεται στον Λοχαγό ένα παλικάρι από την Ήπειρο, που ήταν μαθημένο από βουνά κι από χαράδρες, και του δηλώνει ότι αυτός μπορεί να βγάλει τη μπουλντόζα από το χείλος του γκρεμού. 
Ο Λοχαγός, τον κοίταξε με δυσπιστία γιατί ήξερε πως είχε δίπλωμα από άλλο μηχάνημα που ήτανε παρόμοιο με την μπουλντόζα αλλά όχι ίδιο. Κι έτσι, του το απαγόρευσε. Δεν πέρασαν όμως ούτε πέντε λεπτά και μόλις ο Λοχαγός έστρεψε την προσοχή του κάπου αλλού, αυτός ανέβηκε πάνω στην μπουλντόζα  την έβαλε μπροστά, σήκωσε λίγο το μαχαίρι της από το έδαφος, μπλόκαρε με ένα κόλπο τη μία ερπύστρια και επανέφερε το τεράστιο μηχάνημα στο ίσιωμα. Έπεσε αμέσως τρελό χειροκρότημα. Ο Λοχαγός τον αγκάλιασε και τον φίλησε για την παλληκαριά και τις ικανότητές του και του έριξε και δέκα μέρες φυλακή για την απειθαρχία του, που δεν τον άκουσε. 
Και σαν να μην έφτανε αυτό, σκαρφάλωσε πάλι αυτό το παλικάρι στην μπουλντόζα και την ανέβασε πλαγιαστή με ακροβατική μαεστρία, χωρίς καθόλου να φοβάται, ως το Μοναστήρι. Και από εκεί, βάλθηκε μόνος του, να ανοίγει τον δρόμο από πάνω προς τα κάτω, στην κατηφόρα δηλαδή, αφήνοντάς μας όλους αποσβολωμένους. Σε πέντε μέρες είχαμε τελειώσει το δρόμο, ενώ αλλιώς, θα θέλαμε τρεις μήνες το λιγότερο…».
*****
Την ίδια ιστορία, την άκουσα τις προάλλες στο καφενείο της παλιάς μου γειτονιάς, όταν πήγα να δω στη συνδρομητική τηλεόραση έναν ποδοσφαιρικό αγώνα. Εκεί συνάντησα τον παλιό φίλο και γείτονα, τον Πάνο. Ο αγώνας ήτανε ανιαρός και έτσι πιαστήκαμε να λέμε ιστορίες από το στρατό. Όταν ήρθε η σειρά του Πάνου να πει μια ιστορία, στην οποία ήτανε ο ίδιος πρωταγωνιστής, άρχισε να μου διηγείται την ίδια ιστορία που είχα ακούσει για πρώτη φορά, πριν από …χίλια χρόνια, από τον ταβερνιάρη στο Λουτράκι. Πως δηλαδή, με δικό του ρίσκο και πρωτοβουλία, ανοίχτηκε ο δρόμος προς την Ιερά Μονή του Οσίου Παταπίου. Δεν του είπα ότι την ήξερα την ιστορία επίτηδες, τον άφησα να την τελειώσει. Προς τιμήν του, δεν υπερέβαλε καθόλου! 
Μόνο που κάτι «ξέχασε» να αναφέρει! Τις ..δέκα μέρες φυλακή, που εισέπραξε για ανυπακοή από τον Λοχαγό του!!!

Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

ΤΡΟΠΟΣ ΤΟΥ ΛΕΓΕΙΝ, ΔΗΛΑΔΗ...


            «Που λέει ο λόγος, βρε αδερφέ!», επενέβη στη συζήτηση ο πελάτης που μπήκε εκείνη την ώρα στο παντοπωλείο του κυρ Μπακόλα κι αμέσως μετά, ξεράθηκε στα γέλια!  
 Αυτό ήταν! Η αμηχανία που είχε δημιουργηθεί αρχικά, ανάμεσα στον Εβραίο καταστηματάρχη και σε μια ηλικιωμένη κυρία, εξελίχθηκε σε ένα ξεκαρδιστικό επεισόδιο από εκείνα που δύσκολα ξεχνιούνται!
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Η Μαρούσω, ήταν μια καλοσυνάτη και φιλήσυχη ηλικιωμένη γυναίκα της εκκλησίας. Την αγαπούσαν όλοι για την ευγένεια, τη νοικοκυροσύνη και τον πράο χαρακτήρα της. Κι αυτή, με τη σειρά της, πάντα θα είχε μια καλή κουβέντα να πει για όλους, ακόμη και για αυτούς που δεν την άξιζαν.
Ένα πρωί, όπως συνήθιζε, πήρε τον μικρό εγγονό της από το χέρι και βγήκε στην αγορά για τα ψώνια της ημέρας. Αφού πέρασε πρώτα από τον φούρνο για ψωμί, κατευθύνθηκε προς το παντοπωλείο του κυρ Μπακόλα για τα σχετικά.
Νωρίτερα την ίδια μέρα, είχε κυκλοφορήσει η φήμη πως ο κυρ Μπακόλας, που ήταν εξαιρετικός έμπορος, είχε εξασφαλίσει μια μικρή ποσότητα από εκλεκτά τυριά Μετσόβου -που γίνονταν ανάρπαστα όταν τα έφερνε - και το παντοπωλείο του ήταν γεμάτο κόσμο. Στάθηκε και η Μαρούσω με τον εγγονό της στη ουρά και περίμεναν υπομονετικά να έρθει η σειρά τους για να ψωνίσουν.
Όσο όμως πέρναγε η ώρα, τόσο η ζέστη μέσα στο παντοπωλείο γινόταν ενοχλητική και ο πιτσιρικάς ανήσυχος.
-            Γιαγιά πότε θα πάμε σπίτι; Σπίτι; Τρόπος του λέγειν δηλαδή, γιατί ο νους του ήταν στην αλάνα της γειτονιάς του και στο παιχνίδι.
Ο πονηρούλης κύριος που περίμενε από πίσω, θέλησε να εκμεταλλευτεί την γκρίνια του μικρού και την στιγμιαία ολιγωρία της ηλικιωμένης κυρίας και κάνοντας μικρά βηματάκια, παριστάνοντας ταυτόχρονα τον αδιάφορο, βρέθηκε μπροστά από την κυρία χωρίς κανένας να το πάρει είδηση. Κοινώς, της έφαγε τη θέση!
Κύριος; Έφαγε; Τρόπος του λέγειν δηλαδή, γιατί ούτε ο κύριος ήταν κύριος, αλλά ούτε και έφαγε τη θέση κανενός, καθώς όπως γνωρίζουμε αυτή, η θέση δηλαδή, δεν έχει κάποια θρεπτική αξία!  
Και τότε, συνέβη το αναπάντεχο. Ο μικρός αντιλήφθηκε την απάτη του «κυρίου» και τραβώντας τη γιαγιά του από το μανίκι διαμαρτυρήθηκε!
-            Τι κάνεις παιδί μου; λέει στην γιαγιά του. Δεν βλέπεις που μας πήρανε τη θέση;
Ο πανέξυπνος παντοπώλης, αμέσως αντιλήφθηκε τι έγινε και για να προλάβει τα χειρότερα, παρατήρησε χαριτολογώντας τον πιτσιρίκο:
-           Παιδί μου είπες τη γιαγιά σου;  
Και η γιαγιά Μαρούσω αμέσως αντιδρά, απευθυνόμενη προς στον Εβραίο:
-            Ε μα κι εσύ δεν πρόσεχες καθόλου Χριστιανέ μου!!!  
            Την στιγμιαία σιωπή και αμηχανία, διατάραξε τότε η φωνή και το βροντώδες γέλιο του νεοφερμένου στο κατάστημα πελάτη:
-            «Χριστιανέ»! Που λέει ο λόγος βρε αδερφέ, είπε. Και όλοι ξέσπασαν σε γέλια!

.......

            Αυτή είναι μια παλιά ιστορία, από την εποχή που υπήρχαν τα μπακάλικα. Μια ιστορία που μοιάζει με ανέκδοτο, όπως με ανέκδοτο μοιάζουν και όσα ακούγονται την σήμερον ημέρα στα βουλευτικά έδρανα και στα τηλεοπτικά παράθυρα  από το στόμα των εκπροσώπων της λαϊκής «βούλησης» και των «έγκριτων» δημοσιογράφων της συμφοράς!
Απατεώνα, κλέφτη, ψεύτη, φασίστα, μπολσεβίκε, γερμανοτσολιά, προδότη, αλιτήριοι, λαμόγια, γουρούνια, γομάρια, τομάρια, ανδρείκελα, υποκείμενα, άνανδρε, δοσίλογε, εφιάλτη, ανίκανε, κάθαρμα, κερατάδες, καθίκια και άλλα παρόμοια «κοσμητικά», δίνουν το στίγμα του πολιτικού πολιτισμού τους και την ποιότητα των επιλογών μας.  
Μα θα μου πείτε, που είναι το ανέκδοτο; 
Ανέκδοτο είναι το θράσος των υβριστών, να «εξαγνίζουν» αυτούς τους άθλιους χαρακτηρισμούς, τοποθετώντας πριν από αυτούς το πρόθεμα «πολιτικός-η-ο»! Λες και ο πολιτικός απατεώνας είναι καθόλου ή λιγότερο απατεώνας ή το πολιτικό ανδρείκελο έχει δική του βούληση και δεν ενεργεί σύμφωνα με τις υποδείξεις άλλων! 
Ανέκδοτο είναι και η αφέλεια των ψηφοφόρων «πελατών» που τους δίνουν εύκολα «συγχωροχάρτι» για τη συμπεριφορά τους.  
           «Εξαγνίζουν»; «πελατών»; «αφέλεια»; «συγχωροχάρτι»; «τσίπα»;…Τρόπος του λέγειν, δηλαδή!!!

Γιάννης Β. Δεβελέγκας          




Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

Η ΚΥΡΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΙΝΑ


-            «Αυτές οι φωτίτσες που είναι μαζεμένες γύρω απ’ τα καντήλια, είναι οι ψυχούλες των μετανιωμένων», ψέλλισε η κυρά Αναγνώσταινα με πανιασμένη τη φωνή από τον τρόμο!
Κοίταξα και εγώ προς τη μεριά που κρέμονταν τα καντηλάκια των εικονισμάτων, αλλά δεν είδα τίποτε περίεργο, ούτε και τα καντήλια ήταν αναμμένα. Την αποχαιρέτησα σιωπηλά ακουμπώντας φιλικά με το χέρι μου τον ώμο της και την άφησα μέσα στο μισοσκόταδο της εκκλησίας του Αϊ Νικόλα, να λογοφέρνει με τις τύψεις της και να προσπαθεί να συμμαζέψει το μυαλό της.
Όχι, η Κυρά Αναγνώσταινα δεν ήταν άνθρωπος της εκκλησίας. Το αντίθετο μάλιστα θα έλεγα, όλοι την ξέραμε στα νιάτα της για άθεη. Αντάρτισσα, την φώναζαν στη γειτονιά οι μεγάλοι, αντάρτισσα τη λέγαμε και τα παιδιά. Κι αυτή, ποτέ της δεν φρόντισε να διαψεύσει τίποτε απ’ όσα ακούγονταν γύρω από το παρελθόν και το όνομά της. Ένα μυστήριο κάλυπτε τον ερχομό της στην πόλη μετά τον εμφύλιο, ένα μυστήριο ήτανε και το όνομά της, γιατί, όπως έλεγε η ίδια, ποτέ δεν ήταν παντρεμένη με κανέναν Αναγνώστου ή Αναγνώστη ή με κάποιον άλλον. Το μόνο που επιβεβαίωνε με στόμφο η ίδια, ήταν πως δεν πίστευε στον Θεό και πως η κοινωνία στάθηκε κακιά και άδικη απέναντί της.
Πέρασε εκείνη η εποχή κι όλα αλλάξανε στην πόλη μας. Όσοι ήμασταν τότε παιδιά σκορπίσαμε εδώ κι εκεί, άλλοι για να σπουδάσουμε κι άλλοι πάλι γιατί τους τράβηξε μακριά η ανάγκη για το μεροκάματο. Και οι μεγαλύτεροι, ο ένας μετά τον άλλον …χαθήκανε κι αυτοί.  
Από τότε, την Κυρ Αναγνώσταινα, την είχα δει όλες κι όλες δυο φορές. Η πρώτη ήταν πριν από πολύ καιρό, όταν, εντελώς τυχαία, με έφερε ο δρόμος έξω από την εκκλησία του Αϊ Νικόλα.
Εκείνο το πρωινό, παρότι βιαζόμουν να τακτοποιήσω κάποιες επείγουσες υποθέσεις που με είχαν φέρει πίσω στην πόλη μας, κάτι με έσπρωξε επίμονα να μπω να ανάψω ένα κεράκι. Η μέρα έξω ήταν μουντή και τα μαύρα βαριά σύννεφα που σέρνονταν πάνω από τις στέγες των σπιτιών, εμπόδιζαν το φως να περάσει μέσα από τους ψηλόλιγνους φεγγίτες του ναού. Μόνο ο χώρος γύρω από τα δύο μανουάλια της εισόδου ήτανε φωτισμένος, αμυδρά. Στάθηκα για λίγο ακίνητος μέχρι να συνηθίσουν τα μάτια μου στο σκοτάδι και ύστερα βάδισα προσεκτικά προς το Ιερό Βήμα. Δεν είχα φτάσει ούτε στο μέσον της διαδρομής όταν μια γυναικεία φωνή με κάλεσε να πάω κοντά της. Μία μεσόκοπη κυρία στεκόταν σχεδόν αθέατη μέσα σ’ ένα στασίδι του αριστερού διαδρόμου, πίσω από τη θέση των ψαλτάδων.  
-            Κυρ Αναγνώσταινα, εσύ εδώ; Στην εκκλησία; Τη ρώτησα με νόημα και απορία συνάμα, όταν την αναγνώρισα!
-            Ποτέ δεν ξέρεις! Μου αποκρίθηκε με προσποιητό σαρκασμό εκείνη. Ας τα έχουμε καλά με όλους! Εδώ στη Γη είναι ο παράδεισος, εδώ είναι και η κόλαση, αυτό είναι σίγουρο και δεν αλλάζει. Όμως ας τα έχουμε καλά και με τον Θεό! Ποτέ δεν ξέρεις αν υπάρχει κάτι κι εκεί πάνω, είπε χαμογελώντας και έδειξε ψηλά προς τον μεσαίο τρούλο.
Είπαμε μερικές τυπικές κουβέντες ακόμα πριν να χωριστούμε. Έμεινα όμως με την εντύπωση πως ήθελε να μου μιλήσει, πως είχε ανάγκη κάτι να μου πει, κάτι που βάραινε την περιχαρακωμένη από τον εγωισμό ψυχή της.    
Η δεύτερη φορά που είδα την κυρ Αναγνώσταινα, ήταν και πάλι στα στασίδια της εκκλησίας του Αι Νικόλα. Αυτή τη φορά τη βρήκα εμφανώς καταβεβλημένη, με τα σημάδια του χρόνου γαντζωμένα πάνω της, γερασμένη, αδύναμη. Μιλήσαμε για πολύ ώρα αυτή τη φορά και μου εκμυστηρεύτηκε πολλά απ’ τη ζωή της, από τότε που έφτασε νεαρή κοπέλα στη γειτονιά μας. Όταν όμως της έκανα κουβέντα, για το πρότερο, το άγνωστο κομμάτι της ζωής της και για το πώς χρεώθηκε το «Αναγνώσταινα», αυτή αρνήθηκε ευγενικά να μου μιλήσει, χαμήλωσε το βλέμμα της και χάθηκε για μια στιγμή μέσα σε σκέψεις.  Ύστερα, έτσι στα ξαφνικά, σήκωσε το κεφάλι ψηλά προς το ξυλόγλυπτο τέμπλο του ναού και μου είπε φανερά αναστατωμένη:
-            «Αυτές οι φωτίτσες που είναι μαζεμένες γύρω απ’ τα καντήλια, είναι οι ψυχούλες των μετανιωμένων»...
Δεν την ξανάδα από τότε. Πολύ αργότερα πληροφορήθηκα από ένα φίλο πως: «Έφυγε η καημενούλα η Αναγνώσταινα, την πήρε ο Θεός κοντά του, άγια γυναίκα η σχωρεμένη και πονεμένη. Την πήρανε μικρή από την αγκαλιά της μάνας της οι αντάρτες, κι αυτήν, τη βάραινε ένας φόνος »…
Περασμένη ιστορία, ξεθωριασμένη από τον χρόνο και την αμείλικτη καθημερινότητα. Ούτε που θα την έφερνα ποτέ ξανά στο νου μου, αν τις προάλλες δεν συνέβαινε κάτι περίεργο την ώρα που περιεργαζόμουνα το περίτεχνο, σκουρόχρωμο, ξυλόγλυπτο τέμπλο του Μητροπολιτικού Ναού, κατά την διάρκεια ενός λαμπρού εορτασμού.
 Ο καιρός ήτανε άστατος και το φως της ημέρας, κάποτε πέρναγε λαμπερό μέσα από τους φεγγίτες του Ναού και όπως έπεφτε ανεμπόδιστα πάνω στο τέμπλο, το γιγάντωνε, το έκανε επιβλητικό, πανέμορφο, αναδεικνύοντας στο έπακρο το μεράκι των τεχνιτών που το δημιουργήσανε. Κι άλλοτε πάλι, όταν τα περαστικά σύννεφα φιλτράρανε τις ακτίνες του ήλιου και γεννιόντουσαν σταδιακά σκιές μέσα στο σκάλισμα του ξύλου, λέπταιναν οι γραμμές του τέμπλου και το άφηναν να εξαϋλωθεί μπροστά στα μάτια των πιστών, όπως εξαϋλώνονται οι ουράνιες μορφές στα αριστουργήματα του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου!
Κάποια στιγμή, ανάμεσα στα παιχνιδίσματα του ήλιου, μια δέσμη με αναλαμπές αγκάλιασε τα καντηλάκια που κρεμόντουσαν με αλυσίδες από τα ράμφη των περιστεριών που στόλιζαν την κορυφή του τέμπλου.  
-            Τι είναι αυτές οι αναλαμπές που μαζευτήκαν γύρω απ’ τα καντήλια; Με ρώτησε όλος περιέργεια ένας άγνωστος κύριος που στεκόταν ακριβώς δίπλα μου.
-            Τις βλέπετε κι εσείς; Του είπα αιφνιδιασμένος.
-            Βεβαίως, μου απάντησε εκείνος.
-            Ίσως να είναι οι ψυχές αυτών που έχουνε αληθινά μετανοήσει, του αποκρίθηκα ασυναίσθητα!

Γιάννης Β. Δεβελέγκας
  

       



Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

ΣΤΟ ΦΩΣ Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΕΥΚΛΕΙΔΗ


Αγαπημένη μου Άνγκελα,
Αν και είμαι βαθιά πληγωμένος από τις αποφάσεις που πήρες για το μέλλον μας, θα ήθελα να ξέρεις πως είμαι γεννημένος μεγάλος αγωνιστής και δεν θα εγκαταλείψω ποτέ την προσπάθεια να κερδίσω, έστω και μια σταγόνα συμπάθειας, μια τρυφερή σου ματιά. Δεν θα εγκαταλείψω ποτέ τον αγώνα μου για σένα, μέχρι να τον δω να δικαιώνεται!  
Πολλοί είναι εκείνοι που με κατηγορούν ότι μάταια επιμένω σε μια τόσο καταστροφική σχέση μαζί σου, αφού, όπως είναι γνωστό, ανάμεσά μας υπάρχουν ανυπέρβλητα ιδεολογικά και υπαρξιακά εμπόδια και θα χρειαστεί να κάνω απανωτούς επώδυνους συμβιβασμούς. Όμως εγώ δεν τους ακούω, γιατί - όπως είπε κάποτε ο μεγάλος συμπατριώτης σου Νίτσε στην αγαπημένη του - είμαι ο μοναδικός άνθρωπος σε ολόκληρο τον κόσμο, που νιώθει όλα τα σκιρτήματα της ανώτερης ψυχής μέσα σου!
Σε αγαπώ ολοκληρωτικά γλυκέ μου τύραννε και είμαι διατεθειμένος να θυσιάσω τα πάντα για να σε κατακτήσω. Όχι μόνο όλον τον πλούτο της πατρίδας μου και τα εδάφη της θα σου προσφέρω, όχι μόνο την αξιοπρέπειά μου και την αξιοπρέπεια ενός ολόκληρου λαού, αλλά ακόμη και αυτά τα ίδια τα ποσοστά του κόμματός μου είμαι διατεθειμένος να τα στρώσω χαλί για να πατήσεις πάνω του και να σε καμαρώσω!
 Έρωτά μου συγκλονιστικέ! Θα ήθελα να ξέρεις πως δεν είμαι ούτε σπάταλος ούτε επιπόλαιος όπως κάποιοι καλοθελητές με κατηγόρησαν τελευταία, επειδή έριξα μερικά κέρματα σε κάτι ξυπόλυτους ζητιάνους της πλατείας Συντάγματος. Αυτή αγαπημένη μου, ήταν μία εφάπαξ πληρωμή - και αυτό το έχω ξεκαθαρίσει δημόσια – και δεν υπάρχει πρόθεση να επαναληφθεί. Δεν θα το ξανακάνω αγάπη μου στο ορκίζομαι σε ότι έχω ιερό! Δηλαδή, στην καρέκλα και στον αφορολόγητο μισθό μου! Αν μάλιστα δεν ήμουν άθεος, θα φιλούσα ακόμη και σταυρό για να με πιστέψεις.
Όπως διαπιστώνεις άγγελέ μου, είμαι μαζί σου βαθιά και πλατιά ερωτευμένος και ταυτόχρονα τρομακτικά δυστυχισμένος. Πόσο θα αντέξω ακόμη την παγερή σου αδιαφορία και τη σκληράδα της καρδιάς σου; Κάθε ξημέρωμα που με βρίσκει έξω από την αγκαλιά σου με κυριεύει η αγωνία, πως δεν θα τα καταφέρω μέχρι το τέλος της ημέρας.
Οι κακές οι γλώσσες, σου είπαν τις προάλλες λατρεμένη μου, πως σε κάτι τουριστικές επιχειρήσεις που έχω στα νησιά του Αιγαίου υποσχέθηκα να πληρώσω εγώ αντί γι αυτές τους φόρους τους για έναν ολόκληρο χρόνο και πως έτσι δεν θα μπορέσω να σου αγοράσω εκείνο το χρυσό κολιέ με τα μπριλάντια και τα ζαφείρια, που τόσο σου άρεσε και θέλεις να στολίζει το λαιμό σου. Θέλω να σε διαβεβαιώσω όμως, πως δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψέμα από αυτό. Συγκεκριμένα, πρέπει να ξέρεις,  πως στην περίπτωση που τα οικονομικά μου πέσουν έξω, εγώ θα κρατήσω τον λόγο μου και τα συμφωνημένα, και εν ανάγκη - αν και το θεωρώ εξαιρετικά απίθανο -  δεσμεύομαι να λάβω αντισταθμιστικά μέτρα και να εξοικονομήσω ζεστό χρήμα, από τους μισθούς και τις συντάξεις των ανθρώπων της δούλεψής μου για να καλύψω τη διαφορά.  
Και εν πάση περιπτώσει, αν έγινε κάτι χωρίς την θέλησή μου για μία και μοναδική φορά, συγχώρα με έρωτά μου και μην ανησυχείς για το κολιέ σου. Θα σου το πάρω ο κόσμος να χαλάσει! Ακόμα κι αν χρειαστεί να πάρω τον μεγάλο μου τον κόφτη!!!
Τέλος, αγάπη μου μεγάλη, υπόσχομαι, αναγνωρίζω και δηλώνω, πως από εδώ και πέρα δεν θα ξανακάνω έξοδα και σπατάλες αν δεν εξασφαλίσω και τη σύμφωνη γνώμη σου. Επίσης θα ήθελα να ξέρεις αγαπημένη μου πως η αφοσίωσή μου θα είναι διαρκής εις τους αιώνας των αιώνων. Θα είμαι το σκυλάκι σου!
Εύχομαι, ο πόνος που σου προξένησα λατρεία μου, να γίνει αφετηρία για μια νέα περίοδο στη θυελλώδη σχέση μας!
Ο ταπεινός σου, αφοσιωμένος δούλος!
Ευκλείδης Ούβελης!

Δια του λόγου το ασφαλές 
Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

...ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΣΕΝΑ


                  -       Κύριε… αυτή είναι για σένα!
Γύρισα απορημένος το κεφάλι μου προς το μέρος που ακούστηκε η φωνή και το βλέμμα μου σκάλωσε σε ένα κοριτσάκι, όμορφο σαν αγγελούδι, που στεκόταν όρθιο πίσω από τον αυτοσχέδιο πάγκο του καστανά!
                  -       Σε μένα μίλησες; της ένευσα.
-        Αυτή είναι για σένα! επανέλαβε με μελωδική φωνή και μου έδειξε στη γωνιά του πάγκου μια σακουλίτσα χάρτινη, λευκή, γεμάτη κάστανα.
-         Είναι πληρωμένα! με πρόλαβε σαν είδε πως αναζήτησα το πορτοφόλι μου, και υποδέχθηκε τον επόμενο πελάτη με ένα πλατύ χαμόγελο.
            Δεν έδωσα συνέχεια στο περιστατικό, υποθέτοντας πως τα είχε πληρώσει κάποιος συνάδελφος από το γραφείο. Άλλωστε, όλοι γνώριζαν στο μεσιτικό για την αδυναμία μου στα κάστανα, αφού δυο από αυτά, ήταν μονίμως ακουμπισμένα πάνω στο γραφείο μου, δίπλα στις φωτογραφίες των γονιών μου.  Μέχρι εκεί όμως! Κανείς δε γνώριζε ολόκληρη την ιστορία. Μόνο στην Ελενίτσα κάποτε την είχα διηγηθεί, πριν από χρόνια, όταν σκαρώναμε για τη ζωή μας όνειρα, κοινά. Αλλά κι αυτή, δεν ξέρω τώρα πια που βρίσκεται. Είχε φύγει νωρίς για την Αλεξανδρούπολη, ακολουθώντας τον πατέρα της που ήταν στρατιωτικός. Αργότερα, πληροφορήθηκα πως πέρασε στην ιατρική …χαθήκαμε. Από τότε προσπάθησα πολλές φορές να βρω τα ίχνη της και τη διαδρομή της, να μάθω νέα της, αλλά δεν τα κατάφερα. Θα είναι πάντα όμως για μένα, η μεγάλη μου αγάπη, η πρώτη, η απροσπέραστη.
            Η μητέρα μου, σαν ήμασταν ακόμα παιδιά με την αδερφή μου, μας έδειχνε πολύ μεγάλη αδυναμία. Σε κάθε βήμα μας ήταν παρούσα για να μας προστατεύσει, για να μας δείξει την σωστή κατεύθυνση, να μας καθοδηγήσει. Κι εμείς την αγαπούσαμε πολύ. Μας είχε βλέπεις αποκούμπι, καθώς, τον πατέρα δεν τον βλέπαμε συχνά στο σπίτι, γιατί ήταν αντιπρόσωπος εμπορικός και έλλειπε συνήθως σε ταξίδι.    
            Όλα άρχισαν εκείνη τη μαύρη μέρα της παραμονής των Χριστουγέννων, κοντά στο μεσημέρι. Θυμάμαι πως παίζαμε με την αδερφή μου μπροστά από το σπίτι μας, όταν ξαφνικά, φάνηκε στη διασταύρωση του δρόμου το φορτηγάκι του πατέρα. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα εκείνη τη στιγμή, ήταν να αναγγείλω τα ευχάριστα νέα στη μάνα μας. Όμως, σαν έφτασα λαχανιασμένος στο σαλόνι, τη βρήκα άρρωστη βαριά, να κάθεται κατάχαμα κοντά στο στολισμένο δένδρο. Ποτέ πριν δεν την είχα δει έτσι την μητέρα, ανήμπορη, αποκαμωμένη. Μου ζήτησε να πάω κοντά της και μου έβαλε μια χούφτα κάστανα στην τσέπη. « …είναι για σένα αγόρι μου», ψιθύρισε με δυσκολία. «Ήταν να σου τα δώσω το πρωί πριν φύγεις για τα κάλαντα, να μη πεινάσεις».
            Μετά από λίγο ήρθε ο γιατρός, την πήραν στο νοσοκομείο. Δεν γύρισε ποτέ ξανά στο σπίτι η μητέρα. Εμάς, μας φρόντισε στο σπιτικό της η γιαγιά μας και μας μεγάλωσε με αγάπη και μας σπούδασε. Η αδερφή μου μετά τις σπουδές έμεινε στην πρωτεύουσα, παντρεύτηκε και έχει κιόλας δυο γιους και μία κόρη, την Αννούλα, που πήρε το όνομα της μακαρίτισσας της μάνας μας. Εγώ γύρισα πίσω και έπιασα δουλειά στο μεσιτικό.   
            Έβαλα τη σακουλίτσα με τα κάστανα στη τσέπη μου και κατευθύνθηκα προς το γραφείο. Κανείς ωστόσο από το προσωπικό δεν γνώριζε κάτι σχετικό για τα κάστανα που μου προσέφερε το κοριτσάκι. Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε και τις επόμενες μέρες, αλλά παρά τις επίμονες ερωτήσεις μου δεν μπόρεσα να λύσω το μυστήριο. Κάποια στιγμή το κοριτσάκι χάθηκε και δεν το ξαναείδα. Κι ο πάγκος έμεινε εκεί, στη θέση του, ορφανεμένος!
            Πέρασε ο καιρός και το επεισόδιο ξεχάστηκε καθώς ζύγωναν οι γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, που για τους περισσότερους ανθρώπους έρχονται στο σπιτικό και στην καρδιά τους, σαν μια ανάπαυλα φωτός και χαράς, μέσα στην μουντάδα του χειμώνα. Δυο μέρες πριν από τα Χριστούγεννα, με κάλεσε ο διευθυντής της εταιρείας στο γραφείο του, για να με ενημερώσει σχετικά με μια προσφορά που αφορούσε σε ένα μεγάλο ακίνητο που το διαπραγματευόταν κάποιος όμιλος, προκειμένου να το μετατρέψει σε ιατρικό κέντρο ή κάτι παρόμοιο. «Ξέρω πως εσύ, ποτέ δεν γιορτάζεις την ημέρα των Χριστουγέννων» μου είπε κυνικά ο διευθυντής και μου ανέθεσε χρονιάρες μέρες την υπόθεση.
            Έτσι λοιπόν, την επομένη, κουστουμαρισμένος και γραβατωμένος, βρέθηκα στην αίθουσα αναμονής του Grand Hotel να περιμένω τον ενδιαφερόμενο εκπρόσωπο. Αυτός αργούσε να κατέβει κι έτσι κάθισα σε ένα τραπεζάκι κοντά στην είσοδο του ξενοδοχείου, δίπλα σε ένα τεράστιο, όμορφα στολισμένο δένδρο. Παρήγγειλα καφέ και χάζευα την κίνηση στον δρόμο. «Παραμονή των Χριστουγέννων», σκέφτηκα, καθώς παρατηρούσα τα παιδαρέλια με τα τρίγωνα να στριμώχνονται στις εισόδους  των καταστημάτων για να πούνε το κάλαντα.  
            Δεν ξέρω τι με έπιασε εκείνη την ώρα. Ήμουν ανάμεσα σε τόσο κόσμο κι όμως αισθάνθηκα τελείως μόνος. Σιγά – σιγά, ένα νοσταλγικό συναίσθημα πλημύρισε την καρδιά μου. Εικόνες από πανέμορφες Χριστουγεννιάτικες στιγμές των παιδικών μου χρόνων σχηματίστηκαν ξαφνικά μπροστά στα μάτια μου, ξεπηδώντας μέσα από τα καταπράσινα κλαδιά και τα λαμπερά στολίδια του δένδρου. Αναμνήσεις παιδικές και παραπεταμένα όνειρα. Νοστάλγησα το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι με όλη την οικογένεια τριγύρω και το στολισμένο δέντρο με τα μικρά δωράκια στις ρίζες του, να σε περιμένουν υπομονετικά να τα ανοίξεις για να σου προσφέρουν μια μικρή στιγμή ευτυχίας και μια τεράστια επιβεβαίωση αγάπης.   
            Αισθάνθηκα ξανά μετά από πολλά χρόνια εκείνη τη Θεία ζεστασιά που ακτινοβολεί το Χριστουγεννιάτικο σπιτικό με τα στολίδια και τις μυρωδιές του και αναρωτήθηκα, αν ήταν σήμερα εδώ η μητέρα μου, πόσο θα ήθελε να με έβλεπε ευτυχισμένο!
            Και τότε, ξαφνικά, αντίκρισα το κοριτσάκι με την αγγελική μορφή, που μου προσέφερε τα κάστανα! Στεκόταν αντίκρυ μου, ακριβώς έξω από την μεγάλη τζαμαρία του ξενοδοχείου, έδειχνε προς τη μεριά μου με το χεράκι της και προσπαθούσε κάτι να μου πει! Μου φάνηκε πως διάβασα στα χείλη της: «…είναι για σένα». Ύστερα χάθηκε. Σηκώθηκα γεμάτος περιέργεια από τη θέση μου και ετοιμάστηκα να βγω να την αναζητήσω μέσα στο πλήθος, όταν, ακριβώς πίσω μου, ακούστηκε μια απαλή, γνώριμη, γυναικεία φωνή.
-       Εμένα περιμένετε κύριε;
            Γύρισα μαγεμένος και την κοίταξα. Ήταν η Ελενίτσα…

Γιάννης Β. Δεβελέγκας