Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017

ΤΟ ΠΑΛΙΚΑΡΙ ΗΤΑΝ …ΑΠΕΙΘΑΡΧΟ


            Τέτοιον αέρα, δεν είχαμε ξανασυναντήσει στη ζωή μας. Σωστή θεομηνία. Ο οδηγός της παρέας, επιστρατεύοντας όλες του τις ικανότητες, κατάφερε να δαμάσει τις απίστευτα ισχυρές αιολικές ριπές, να κρατήσει το ταλαιπωρημένο Φίατ 127μέσα στα όρια της ασφάλτου που ένωνε την εθνική οδό με το Λουτράκι Κορινθίας, και να παρκάρει τελικά με ασφάλεια σε μία πάροδο κοντά στην παραλία.
Σταθήκαμε τυχεροί που βρήκαμε αμέσως -μέσα στην ερημιά του Δεκέμβρη του ’79- τη μόνη ανοιχτή ψαροταβέρνα της λουτρόπολης, που τ’ απογεύματα λειτουργούσε και ως καφετέρια σερβίροντας καφέ και αναψυκτικά.
Ήταν σχεδόν γεμάτη! Τα περισσότερα τραπέζια, τα είχαν καταλάβει οι φαντάροι χειριστές μηχανημάτων, που ξόδευαν την έξοδό τους από τη Σχολή Μηχανικού, γλυκοκοιτάζοντας συντονισμένα τις τρεις νεαρές κοπέλες που φιλοξενούσε ένα τραπεζάκι κοντά στην αυτοσχέδια ξυλόσομπα, αδιαφορώντας για το ανατριχιαστικό και πανέμορφο συνάμα θέαμα που δημιουργούσαν  τα τεράστια κύματα του Κορινθιακού, όταν, λίγο πριν συντριβούν με πάταγο πάνω στο τσιμεντένιο κράσπεδο της προκυμαίας, σκαρφάλωναν πέντε-έξι μέτρα πάνω από την επιφάνεια του δρόμου και σου δημιουργούσαν την αίσθηση πως θα σε καταπιούν.
            Όταν έπεσε μετά από λίγο το σκοτάδι και η ταβέρνα άδειασε, ήρθε και κάθισε κοντά μας ο ταβερνιάρης που δεν έκρυψε καθόλου την διάθεσή του για κουβέντα. Μας κέρασε μάλιστα χύμα κορινθιακή ρετσίνα και μια πιατέλα με φρέσκες καραβίδες!
-           Να πάτε αύριο στο Μοναστήρι, μας είπε φιλικά. Έχει γιορτή, γιορτάζει ο Όσιος Πατάπιος, να προσκυνήσετε και το Ιερό του Λείψανο. Εκεί ακόμα, βρίσκεται και η Τιμία Κάρα της Αγίας Υπομονής, που ήταν η μητέρα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, του τελευταίου αυτοκράτορα! Ελάτε εδώ να δείτε!
-          Μας οδήγησε στην άκρη της τζαμαρίας που έβλεπε προς το βουνό.  Να! Εκεί που βλέπετε τα φώτα είναι η Ιερά Μονή. Καθίστε τώρα να σας πω μια ιστορία: 
«Παλιά, που δεν υπήρχε δρόμος για το Μοναστήρι, υπηρετούσα τη θητεία μου στο Μηχανικό με την ειδικότητα του χειριστή αεροσυμπιεστή, να, όπως τα φανταράκια που καθόντουσαν πρωτύτερα εδώ χάμου. Ένα πρωί που λέτε, μας κάλεσε καμιά εικοσαριά κληρωτούς ο Διοικητής της Σχολής Μηχανικού και μας ανέθεσε να φτιάξουμε τον δρόμο από χαμηλά, από τα θερμά Λουτρά, ως την κορφή σχεδόν που βρίσκεται το Μοναστήρι. Αρχική διάνοιξη δηλαδή. Η πλαγιά, όπως την είδατε κι εσείς, είναι απόκρημνη, γεμάτη βράχια, επικίνδυνη! 
Με χίλια ζόρια προχωρούσε η δουλειά και η μπουλντόζα (προωθητής) αγκομαχούσε στην ανηφόρα να σπάει τα βράχια, γιατί δεν μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε εκρηκτικά, μιας κι από κάτω περνούσε ο κεντρικός δρόμος προς την Περαχώρα και είχε κίνηση. 
Κάποια κακιά στιγμή, τινάζεται η λεπίδα του μηχανήματος σε ένα βράχο μυτερό, η μπουλντόζα φέρνει δύο στροφές γύρω από τον άξονά της και σκαλώνει, ως εκ θαύματος, στην άκρη του γκρεμού πενήντα μέτρα πάνω από τη θάλασσα. Μεγάλη η χάρη του Οσίου! 
Ο επικεφαλής Λοχαγός, τρελάθηκε από τη στεναχώρια του. Όλοι όσοι ζήσαμε το περιστατικό είχαμε πάθει σοκ και πιο πολύ απ’ όλους ο οδηγός της μπουλντόζας, που, ίσα που πρόλαβε και πήδηξε απ’ το μηχάνημα για να σωθεί. Κι εκεί που όλους μας έπιασε απελπισία, παρουσιάζεται στον Λοχαγό ένα παλικάρι από την Ήπειρο, που ήταν μαθημένο από βουνά κι από χαράδρες, και του δηλώνει ότι αυτός μπορεί να βγάλει τη μπουλντόζα από το χείλος του γκρεμού. 
Ο Λοχαγός, τον κοίταξε με δυσπιστία γιατί ήξερε πως είχε δίπλωμα από άλλο μηχάνημα που ήτανε παρόμοιο με την μπουλντόζα αλλά όχι ίδιο. Κι έτσι, του το απαγόρευσε. Δεν πέρασαν όμως ούτε πέντε λεπτά και μόλις ο Λοχαγός έστρεψε την προσοχή του κάπου αλλού, αυτός ανέβηκε πάνω στην μπουλντόζα  την έβαλε μπροστά, σήκωσε λίγο το μαχαίρι της από το έδαφος, μπλόκαρε με ένα κόλπο τη μία ερπύστρια και επανέφερε το τεράστιο μηχάνημα στο ίσιωμα. Έπεσε αμέσως τρελό χειροκρότημα. Ο Λοχαγός τον αγκάλιασε και τον φίλησε για την παλληκαριά και τις ικανότητές του και του έριξε και δέκα μέρες φυλακή για την απειθαρχία του, που δεν τον άκουσε. 
Και σαν να μην έφτανε αυτό, σκαρφάλωσε πάλι αυτό το παλικάρι στην μπουλντόζα και την ανέβασε πλαγιαστή με ακροβατική μαεστρία, χωρίς καθόλου να φοβάται, ως το Μοναστήρι. Και από εκεί, βάλθηκε μόνος του, να ανοίγει τον δρόμο από πάνω προς τα κάτω, στην κατηφόρα δηλαδή, αφήνοντάς μας όλους αποσβολωμένους. Σε πέντε μέρες είχαμε τελειώσει το δρόμο, ενώ αλλιώς, θα θέλαμε τρεις μήνες το λιγότερο…».
*****
Την ίδια ιστορία, την άκουσα τις προάλλες στο καφενείο της παλιάς μου γειτονιάς, όταν πήγα να δω στη συνδρομητική τηλεόραση έναν ποδοσφαιρικό αγώνα. Εκεί συνάντησα τον παλιό φίλο και γείτονα, τον Πάνο. Ο αγώνας ήτανε ανιαρός και έτσι πιαστήκαμε να λέμε ιστορίες από το στρατό. Όταν ήρθε η σειρά του Πάνου να πει μια ιστορία, στην οποία ήτανε ο ίδιος πρωταγωνιστής, άρχισε να μου διηγείται την ίδια ιστορία που είχα ακούσει για πρώτη φορά, πριν από …χίλια χρόνια, από τον ταβερνιάρη στο Λουτράκι. Πως δηλαδή, με δικό του ρίσκο και πρωτοβουλία, ανοίχτηκε ο δρόμος προς την Ιερά Μονή του Οσίου Παταπίου. Δεν του είπα ότι την ήξερα την ιστορία επίτηδες, τον άφησα να την τελειώσει. Προς τιμήν του, δεν υπερέβαλε καθόλου! 
Μόνο που κάτι «ξέχασε» να αναφέρει! Τις ..δέκα μέρες φυλακή, που εισέπραξε για ανυπακοή από τον Λοχαγό του!!!

Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

ΤΡΟΠΟΣ ΤΟΥ ΛΕΓΕΙΝ, ΔΗΛΑΔΗ...


            «Που λέει ο λόγος, βρε αδερφέ!», επενέβη στη συζήτηση ο πελάτης που μπήκε εκείνη την ώρα στο παντοπωλείο του κυρ Μπακόλα κι αμέσως μετά, ξεράθηκε στα γέλια!  
 Αυτό ήταν! Η αμηχανία που είχε δημιουργηθεί αρχικά, ανάμεσα στον Εβραίο καταστηματάρχη και σε μια ηλικιωμένη κυρία, εξελίχθηκε σε ένα ξεκαρδιστικό επεισόδιο από εκείνα που δύσκολα ξεχνιούνται!
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Η Μαρούσω, ήταν μια καλοσυνάτη και φιλήσυχη ηλικιωμένη γυναίκα της εκκλησίας. Την αγαπούσαν όλοι για την ευγένεια, τη νοικοκυροσύνη και τον πράο χαρακτήρα της. Κι αυτή, με τη σειρά της, πάντα θα είχε μια καλή κουβέντα να πει για όλους, ακόμη και για αυτούς που δεν την άξιζαν.
Ένα πρωί, όπως συνήθιζε, πήρε τον μικρό εγγονό της από το χέρι και βγήκε στην αγορά για τα ψώνια της ημέρας. Αφού πέρασε πρώτα από τον φούρνο για ψωμί, κατευθύνθηκε προς το παντοπωλείο του κυρ Μπακόλα για τα σχετικά.
Νωρίτερα την ίδια μέρα, είχε κυκλοφορήσει η φήμη πως ο κυρ Μπακόλας, που ήταν εξαιρετικός έμπορος, είχε εξασφαλίσει μια μικρή ποσότητα από εκλεκτά τυριά Μετσόβου -που γίνονταν ανάρπαστα όταν τα έφερνε - και το παντοπωλείο του ήταν γεμάτο κόσμο. Στάθηκε και η Μαρούσω με τον εγγονό της στη ουρά και περίμεναν υπομονετικά να έρθει η σειρά τους για να ψωνίσουν.
Όσο όμως πέρναγε η ώρα, τόσο η ζέστη μέσα στο παντοπωλείο γινόταν ενοχλητική και ο πιτσιρικάς ανήσυχος.
-            Γιαγιά πότε θα πάμε σπίτι; Σπίτι; Τρόπος του λέγειν δηλαδή, γιατί ο νους του ήταν στην αλάνα της γειτονιάς του και στο παιχνίδι.
Ο πονηρούλης κύριος που περίμενε από πίσω, θέλησε να εκμεταλλευτεί την γκρίνια του μικρού και την στιγμιαία ολιγωρία της ηλικιωμένης κυρίας και κάνοντας μικρά βηματάκια, παριστάνοντας ταυτόχρονα τον αδιάφορο, βρέθηκε μπροστά από την κυρία χωρίς κανένας να το πάρει είδηση. Κοινώς, της έφαγε τη θέση!
Κύριος; Έφαγε; Τρόπος του λέγειν δηλαδή, γιατί ούτε ο κύριος ήταν κύριος, αλλά ούτε και έφαγε τη θέση κανενός, καθώς όπως γνωρίζουμε αυτή, η θέση δηλαδή, δεν έχει κάποια θρεπτική αξία!  
Και τότε, συνέβη το αναπάντεχο. Ο μικρός αντιλήφθηκε την απάτη του «κυρίου» και τραβώντας τη γιαγιά του από το μανίκι διαμαρτυρήθηκε!
-            Τι κάνεις παιδί μου; λέει στην γιαγιά του. Δεν βλέπεις που μας πήρανε τη θέση;
Ο πανέξυπνος παντοπώλης, αμέσως αντιλήφθηκε τι έγινε και για να προλάβει τα χειρότερα, παρατήρησε χαριτολογώντας τον πιτσιρίκο:
-           Παιδί μου είπες τη γιαγιά σου;  
Και η γιαγιά Μαρούσω αμέσως αντιδρά, απευθυνόμενη προς στον Εβραίο:
-            Ε μα κι εσύ δεν πρόσεχες καθόλου Χριστιανέ μου!!!  
            Την στιγμιαία σιωπή και αμηχανία, διατάραξε τότε η φωνή και το βροντώδες γέλιο του νεοφερμένου στο κατάστημα πελάτη:
-            «Που λέει ο λόγος, βρε αδερφέ!», είπε. Και όλοι ξέσπασαν σε γέλια!

.......

            Αυτή είναι μια παλιά ιστορία, από την εποχή που υπήρχαν τα μπακάλικα. Μια ιστορία που μοιάζει με ανέκδοτο, όπως με ανέκδοτο μοιάζουν και όσα ακούγονται την σήμερον ημέρα στα βουλευτικά έδρανα και στα τηλεοπτικά παράθυρα  από το στόμα των εκπροσώπων της λαϊκής «βούλησης» και των «έγκριτων» δημοσιογράφων της συμφοράς!
Απατεώνα, κλέφτη, ψεύτη, φασίστα, μπολσεβίκε, γερμανοτσολιά, προδότη, αλιτήριοι, λαμόγια, γουρούνια, γομάρια, τομάρια, ανδρείκελα, υποκείμενα, άνανδρε, δοσίλογε, εφιάλτη, ανίκανε, κάθαρμα, κερατάδες, καθίκια και άλλα παρόμοια «κοσμητικά», δίνουν το στίγμα του πολιτικού πολιτισμού τους και την ποιότητα των επιλογών μας.  
Μα θα μου πείτε, που είναι το ανέκδοτο; 
Ανέκδοτο είναι το θράσος των υβριστών, να «εξαγνίζουν» αυτούς τους άθλιους χαρακτηρισμούς, τοποθετώντας πριν από αυτούς το πρόθεμα «πολιτικός-η-ο»! Λες και ο πολιτικός απατεώνας είναι καθόλου ή λιγότερο απατεώνας ή το πολιτικό ανδρείκελο έχει δική του βούληση και δεν ενεργεί σύμφωνα με τις υποδείξεις άλλων! 
Ανέκδοτο είναι και η αφέλεια των ψηφοφόρων «πελατών» που τους δίνουν εύκολα «συγχωροχάρτι» για τη συμπεριφορά τους.  
           «Εξαγνίζουν»; «πελατών»; «αφέλεια»; «συγχωροχάρτι»; «τσίπα»;…Τρόπος του λέγειν, δηλαδή!!!

Γιάννης Β. Δεβελέγκας          




Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

Η ΚΥΡΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΙΝΑ


-            «Αυτές οι φωτίτσες που είναι μαζεμένες γύρω απ’ τα καντήλια, είναι οι ψυχούλες των μετανιωμένων», ψέλλισε η κυρά Αναγνώσταινα με πανιασμένη τη φωνή από τον τρόμο!
Κοίταξα και εγώ προς τη μεριά που κρέμονταν τα καντηλάκια των εικονισμάτων, αλλά δεν είδα τίποτε περίεργο, ούτε και τα καντήλια ήταν αναμμένα. Την αποχαιρέτησα σιωπηλά ακουμπώντας φιλικά με το χέρι μου τον ώμο της και την άφησα μέσα στο μισοσκόταδο της εκκλησίας του Αϊ Νικόλα, να λογοφέρνει με τις τύψεις της και να προσπαθεί να συμμαζέψει το μυαλό της.
Όχι, η Κυρά Αναγνώσταινα δεν ήταν άνθρωπος της εκκλησίας. Το αντίθετο μάλιστα θα έλεγα, όλοι την ξέραμε στα νιάτα της για άθεη. Αντάρτισσα, την φώναζαν στη γειτονιά οι μεγάλοι, αντάρτισσα τη λέγαμε και τα παιδιά. Κι αυτή, ποτέ της δεν φρόντισε να διαψεύσει τίποτε απ’ όσα ακούγονταν γύρω από το παρελθόν και το όνομά της. Ένα μυστήριο κάλυπτε τον ερχομό της στην πόλη μετά τον εμφύλιο, ένα μυστήριο ήτανε και το όνομά της, γιατί, όπως έλεγε η ίδια, ποτέ δεν ήταν παντρεμένη με κανέναν Αναγνώστου ή Αναγνώστη ή με κάποιον άλλον. Το μόνο που επιβεβαίωνε με στόμφο η ίδια, ήταν πως δεν πίστευε στον Θεό και πως η κοινωνία στάθηκε κακιά και άδικη απέναντί της.
Πέρασε εκείνη η εποχή κι όλα αλλάξανε στην πόλη μας. Όσοι ήμασταν τότε παιδιά σκορπίσαμε εδώ κι εκεί, άλλοι για να σπουδάσουμε κι άλλοι πάλι γιατί τους τράβηξε μακριά η ανάγκη για το μεροκάματο. Και οι μεγαλύτεροι, ο ένας μετά τον άλλον …χαθήκανε κι αυτοί.  
Από τότε, την Κυρ Αναγνώσταινα, την είχα δει όλες κι όλες δυο φορές. Η πρώτη ήταν πριν από πολύ καιρό, όταν, εντελώς τυχαία, με έφερε ο δρόμος έξω από την εκκλησία του Αϊ Νικόλα.
Εκείνο το πρωινό, παρότι βιαζόμουν να τακτοποιήσω κάποιες επείγουσες υποθέσεις που με είχαν φέρει πίσω στην πόλη μας, κάτι με έσπρωξε επίμονα να μπω να ανάψω ένα κεράκι. Η μέρα έξω ήταν μουντή και τα μαύρα βαριά σύννεφα που σέρνονταν πάνω από τις στέγες των σπιτιών, εμπόδιζαν το φως να περάσει μέσα από τους ψηλόλιγνους φεγγίτες του ναού. Μόνο ο χώρος γύρω από τα δύο μανουάλια της εισόδου ήτανε φωτισμένος, αμυδρά. Στάθηκα για λίγο ακίνητος μέχρι να συνηθίσουν τα μάτια μου στο σκοτάδι και ύστερα βάδισα προσεκτικά προς το Ιερό Βήμα. Δεν είχα φτάσει ούτε στο μέσον της διαδρομής όταν μια γυναικεία φωνή με κάλεσε να πάω κοντά της. Μία μεσόκοπη κυρία στεκόταν σχεδόν αθέατη μέσα σ’ ένα στασίδι του αριστερού διαδρόμου, πίσω από τη θέση των ψαλτάδων.  
-            Κυρ Αναγνώσταινα, εσύ εδώ; Στην εκκλησία; Τη ρώτησα με νόημα και απορία συνάμα, όταν την αναγνώρισα!
-            Ποτέ δεν ξέρεις! Μου αποκρίθηκε με προσποιητό σαρκασμό εκείνη. Ας τα έχουμε καλά με όλους! Εδώ στη Γη είναι ο παράδεισος, εδώ είναι και η κόλαση, αυτό είναι σίγουρο και δεν αλλάζει. Όμως ας τα έχουμε καλά και με τον Θεό! Ποτέ δεν ξέρεις αν υπάρχει κάτι κι εκεί πάνω, είπε χαμογελώντας και έδειξε ψηλά προς τον μεσαίο τρούλο.
Είπαμε μερικές τυπικές κουβέντες ακόμα πριν να χωριστούμε. Έμεινα όμως με την εντύπωση πως ήθελε να μου μιλήσει, πως είχε ανάγκη κάτι να μου πει, κάτι που βάραινε την περιχαρακωμένη από τον εγωισμό ψυχή της.    
Η δεύτερη φορά που είδα την κυρ Αναγνώσταινα, ήταν και πάλι στα στασίδια της εκκλησίας του Αι Νικόλα. Αυτή τη φορά τη βρήκα εμφανώς καταβεβλημένη, με τα σημάδια του χρόνου γαντζωμένα πάνω της, γερασμένη, αδύναμη. Μιλήσαμε για πολύ ώρα αυτή τη φορά και μου εκμυστηρεύτηκε πολλά απ’ τη ζωή της, από τότε που έφτασε νεαρή κοπέλα στη γειτονιά μας. Όταν όμως της έκανα κουβέντα, για το πρότερο, το άγνωστο κομμάτι της ζωής της και για το πώς χρεώθηκε το «Αναγνώσταινα», αυτή αρνήθηκε ευγενικά να μου μιλήσει, χαμήλωσε το βλέμμα της και χάθηκε για μια στιγμή μέσα σε σκέψεις.  Ύστερα, έτσι στα ξαφνικά, σήκωσε το κεφάλι ψηλά προς το ξυλόγλυπτο τέμπλο του ναού και μου είπε φανερά αναστατωμένη:
-            «Αυτές οι φωτίτσες που είναι μαζεμένες γύρω απ’ τα καντήλια, είναι οι ψυχούλες των μετανιωμένων»...
Δεν την ξανάδα από τότε. Πολύ αργότερα πληροφορήθηκα από ένα φίλο πως: «Έφυγε η καημενούλα η Αναγνώσταινα, την πήρε ο Θεός κοντά του, άγια γυναίκα η σχωρεμένη και πονεμένη. Την πήρανε μικρή από την αγκαλιά της μάνας της οι αντάρτες, κι αυτήν, τη βάραινε ένας φόνος »…
Περασμένη ιστορία, ξεθωριασμένη από τον χρόνο και την αμείλικτη καθημερινότητα. Ούτε που θα την έφερνα ποτέ ξανά στο νου μου, αν τις προάλλες δεν συνέβαινε κάτι περίεργο την ώρα που περιεργαζόμουνα το περίτεχνο, σκουρόχρωμο, ξυλόγλυπτο τέμπλο του Μητροπολιτικού Ναού, κατά την διάρκεια ενός λαμπρού εορτασμού.
 Ο καιρός ήτανε άστατος και το φως της ημέρας, κάποτε πέρναγε λαμπερό μέσα από τους φεγγίτες του Ναού και όπως έπεφτε ανεμπόδιστα πάνω στο τέμπλο, το γιγάντωνε, το έκανε επιβλητικό, πανέμορφο, αναδεικνύοντας στο έπακρο το μεράκι των τεχνιτών που το δημιουργήσανε. Κι άλλοτε πάλι, όταν τα περαστικά σύννεφα φιλτράρανε τις ακτίνες του ήλιου και γεννιόντουσαν σταδιακά σκιές μέσα στο σκάλισμα του ξύλου, λέπταιναν οι γραμμές του τέμπλου και το άφηναν να εξαϋλωθεί μπροστά στα μάτια των πιστών, όπως εξαϋλώνονται οι ουράνιες μορφές στα αριστουργήματα του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου!
Κάποια στιγμή, ανάμεσα στα παιχνιδίσματα του ήλιου, μια δέσμη με αναλαμπές αγκάλιασε τα καντηλάκια που κρεμόντουσαν με αλυσίδες από τα ράμφη των περιστεριών που στόλιζαν την κορυφή του τέμπλου.  
-            Τι είναι αυτές οι αναλαμπές που μαζευτήκαν γύρω απ’ τα καντήλια; Με ρώτησε όλος περιέργεια ένας άγνωστος κύριος που στεκόταν ακριβώς δίπλα μου.
-            Τις βλέπετε κι εσείς; Του είπα αιφνιδιασμένος.
-            Βεβαίως, μου απάντησε εκείνος.
-            Ίσως να είναι οι ψυχές αυτών που έχουνε αληθινά μετανοήσει, του αποκρίθηκα ασυναίσθητα!

Γιάννης Β. Δεβελέγκας
  

       



Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

ΣΤΟ ΦΩΣ Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΕΥΚΛΕΙΔΗ


Αγαπημένη μου Άνγκελα,
Αν και είμαι βαθιά πληγωμένος από τις αποφάσεις που πήρες για το μέλλον μας, θα ήθελα να ξέρεις πως είμαι γεννημένος μεγάλος αγωνιστής και δεν θα εγκαταλείψω ποτέ την προσπάθεια να κερδίσω, έστω και μια σταγόνα συμπάθειας, μια τρυφερή σου ματιά. Δεν θα εγκαταλείψω ποτέ τον αγώνα μου για σένα, μέχρι να τον δω να δικαιώνεται!  
Πολλοί είναι εκείνοι που με κατηγορούν ότι μάταια επιμένω σε μια τόσο καταστροφική σχέση μαζί σου, αφού, όπως είναι γνωστό, ανάμεσά μας υπάρχουν ανυπέρβλητα ιδεολογικά και υπαρξιακά εμπόδια και θα χρειαστεί να κάνω απανωτούς επώδυνους συμβιβασμούς. Όμως εγώ δεν τους ακούω, γιατί - όπως είπε κάποτε ο μεγάλος συμπατριώτης σου Νίτσε στην αγαπημένη του - είμαι ο μοναδικός άνθρωπος σε ολόκληρο τον κόσμο, που νιώθει όλα τα σκιρτήματα της ανώτερης ψυχής μέσα σου!
Σε αγαπώ ολοκληρωτικά γλυκέ μου τύραννε και είμαι διατεθειμένος να θυσιάσω τα πάντα για να σε κατακτήσω. Όχι μόνο όλον τον πλούτο της πατρίδας μου και τα εδάφη της θα σου προσφέρω, όχι μόνο την αξιοπρέπειά μου και την αξιοπρέπεια ενός ολόκληρου λαού, αλλά ακόμη και αυτά τα ίδια τα ποσοστά του κόμματός μου είμαι διατεθειμένος να τα στρώσω χαλί για να πατήσεις πάνω του και να σε καμαρώσω!
 Έρωτά μου συγκλονιστικέ! Θα ήθελα να ξέρεις πως δεν είμαι ούτε σπάταλος ούτε επιπόλαιος όπως κάποιοι καλοθελητές με κατηγόρησαν τελευταία, επειδή έριξα μερικά κέρματα σε κάτι ξυπόλυτους ζητιάνους της πλατείας Συντάγματος. Αυτή αγαπημένη μου, ήταν μία εφάπαξ πληρωμή - και αυτό το έχω ξεκαθαρίσει δημόσια – και δεν υπάρχει πρόθεση να επαναληφθεί. Δεν θα το ξανακάνω αγάπη μου στο ορκίζομαι σε ότι έχω ιερό! Δηλαδή, στην καρέκλα και στον αφορολόγητο μισθό μου! Αν μάλιστα δεν ήμουν άθεος, θα φιλούσα ακόμη και σταυρό για να με πιστέψεις.
Όπως διαπιστώνεις άγγελέ μου, είμαι μαζί σου βαθιά και πλατιά ερωτευμένος και ταυτόχρονα τρομακτικά δυστυχισμένος. Πόσο θα αντέξω ακόμη την παγερή σου αδιαφορία και τη σκληράδα της καρδιάς σου; Κάθε ξημέρωμα που με βρίσκει έξω από την αγκαλιά σου με κυριεύει η αγωνία, πως δεν θα τα καταφέρω μέχρι το τέλος της ημέρας.
Οι κακές οι γλώσσες, σου είπαν τις προάλλες λατρεμένη μου, πως σε κάτι τουριστικές επιχειρήσεις που έχω στα νησιά του Αιγαίου υποσχέθηκα να πληρώσω εγώ αντί γι αυτές τους φόρους τους για έναν ολόκληρο χρόνο και πως έτσι δεν θα μπορέσω να σου αγοράσω εκείνο το χρυσό κολιέ με τα μπριλάντια και τα ζαφείρια, που τόσο σου άρεσε και θέλεις να στολίζει το λαιμό σου. Θέλω να σε διαβεβαιώσω όμως, πως δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψέμα από αυτό. Συγκεκριμένα, πρέπει να ξέρεις,  πως στην περίπτωση που τα οικονομικά μου πέσουν έξω, εγώ θα κρατήσω τον λόγο μου και τα συμφωνημένα, και εν ανάγκη - αν και το θεωρώ εξαιρετικά απίθανο -  δεσμεύομαι να λάβω αντισταθμιστικά μέτρα και να εξοικονομήσω ζεστό χρήμα, από τους μισθούς και τις συντάξεις των ανθρώπων της δούλεψής μου για να καλύψω τη διαφορά.  
Και εν πάση περιπτώσει, αν έγινε κάτι χωρίς την θέλησή μου για μία και μοναδική φορά, συγχώρα με έρωτά μου και μην ανησυχείς για το κολιέ σου. Θα σου το πάρω ο κόσμος να χαλάσει! Ακόμα κι αν χρειαστεί να πάρω τον μεγάλο μου τον κόφτη!!!
Τέλος, αγάπη μου μεγάλη, υπόσχομαι, αναγνωρίζω και δηλώνω, πως από εδώ και πέρα δεν θα ξανακάνω έξοδα και σπατάλες αν δεν εξασφαλίσω και τη σύμφωνη γνώμη σου. Επίσης θα ήθελα να ξέρεις αγαπημένη μου πως η αφοσίωσή μου θα είναι διαρκής εις τους αιώνας των αιώνων. Θα είμαι το σκυλάκι σου!
Εύχομαι, ο πόνος που σου προξένησα λατρεία μου, να γίνει αφετηρία για μια νέα περίοδο στη θυελλώδη σχέση μας!
Ο ταπεινός σου, αφοσιωμένος δούλος!
Ευκλείδης Ούβελης!

Δια του λόγου το ασφαλές 
Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

...ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΣΕΝΑ


                  -       Κύριε… αυτή είναι για σένα!
Γύρισα απορημένος το κεφάλι μου προς το μέρος που ακούστηκε η φωνή και το βλέμμα μου σκάλωσε σε ένα κοριτσάκι, όμορφο σαν αγγελούδι, που στεκόταν όρθιο πίσω από τον αυτοσχέδιο πάγκο του καστανά!
                  -       Σε μένα μίλησες; της ένευσα.
-        Αυτή είναι για σένα! επανέλαβε με μελωδική φωνή και μου έδειξε στη γωνιά του πάγκου μια σακουλίτσα χάρτινη, λευκή, γεμάτη κάστανα.
-         Είναι πληρωμένα! με πρόλαβε σαν είδε πως αναζήτησα το πορτοφόλι μου, και υποδέχθηκε τον επόμενο πελάτη με ένα πλατύ χαμόγελο.
            Δεν έδωσα συνέχεια στο περιστατικό, υποθέτοντας πως τα είχε πληρώσει κάποιος συνάδελφος από το γραφείο. Άλλωστε, όλοι γνώριζαν στο μεσιτικό για την αδυναμία μου στα κάστανα, αφού δυο από αυτά, ήταν μονίμως ακουμπισμένα πάνω στο γραφείο μου, δίπλα στις φωτογραφίες των γονιών μου.  Μέχρι εκεί όμως! Κανείς δε γνώριζε ολόκληρη την ιστορία. Μόνο στην Ελενίτσα κάποτε την είχα διηγηθεί, πριν από χρόνια, όταν σκαρώναμε για τη ζωή μας όνειρα, κοινά. Αλλά κι αυτή, δεν ξέρω τώρα πια που βρίσκεται. Είχε φύγει νωρίς για την Αλεξανδρούπολη, ακολουθώντας τον πατέρα της που ήταν στρατιωτικός. Αργότερα, πληροφορήθηκα πως πέρασε στην ιατρική …χαθήκαμε. Από τότε προσπάθησα πολλές φορές να βρω τα ίχνη της και τη διαδρομή της, να μάθω νέα της, αλλά δεν τα κατάφερα. Θα είναι πάντα όμως για μένα, η μεγάλη μου αγάπη, η πρώτη, η απροσπέραστη.
            Η μητέρα μου, σαν ήμασταν ακόμα παιδιά με την αδερφή μου, μας έδειχνε πολύ μεγάλη αδυναμία. Σε κάθε βήμα μας ήταν παρούσα για να μας προστατεύσει, για να μας δείξει την σωστή κατεύθυνση, να μας καθοδηγήσει. Κι εμείς την αγαπούσαμε πολύ. Μας είχε βλέπεις αποκούμπι, καθώς, τον πατέρα δεν τον βλέπαμε συχνά στο σπίτι, γιατί ήταν αντιπρόσωπος εμπορικός και έλλειπε συνήθως σε ταξίδι.    
            Όλα άρχισαν εκείνη τη μαύρη μέρα της παραμονής των Χριστουγέννων, κοντά στο μεσημέρι. Θυμάμαι πως παίζαμε με την αδερφή μου μπροστά από το σπίτι μας, όταν ξαφνικά, φάνηκε στη διασταύρωση του δρόμου το φορτηγάκι του πατέρα. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα εκείνη τη στιγμή, ήταν να αναγγείλω τα ευχάριστα νέα στη μάνα μας. Όμως, σαν έφτασα λαχανιασμένος στο σαλόνι, τη βρήκα άρρωστη βαριά, να κάθεται κατάχαμα κοντά στο στολισμένο δένδρο. Ποτέ πριν δεν την είχα δει έτσι την μητέρα, ανήμπορη, αποκαμωμένη. Μου ζήτησε να πάω κοντά της και μου έβαλε μια χούφτα κάστανα στην τσέπη. « …είναι για σένα αγόρι μου», ψιθύρισε με δυσκολία. «Ήταν να σου τα δώσω το πρωί πριν φύγεις για τα κάλαντα, να μη πεινάσεις».
            Μετά από λίγο ήρθε ο γιατρός, την πήραν στο νοσοκομείο. Δεν γύρισε ποτέ ξανά στο σπίτι η μητέρα. Εμάς, μας φρόντισε στο σπιτικό της η γιαγιά μας και μας μεγάλωσε με αγάπη και μας σπούδασε. Η αδερφή μου μετά τις σπουδές έμεινε στην πρωτεύουσα, παντρεύτηκε και έχει κιόλας δυο γιους και μία κόρη, την Αννούλα, που πήρε το όνομα της μακαρίτισσας της μάνας μας. Εγώ γύρισα πίσω και έπιασα δουλειά στο μεσιτικό.   
            Έβαλα τη σακουλίτσα με τα κάστανα στη τσέπη μου και κατευθύνθηκα προς το γραφείο. Κανείς ωστόσο από το προσωπικό δεν γνώριζε κάτι σχετικό για τα κάστανα που μου προσέφερε το κοριτσάκι. Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε και τις επόμενες μέρες, αλλά παρά τις επίμονες ερωτήσεις μου δεν μπόρεσα να λύσω το μυστήριο. Κάποια στιγμή το κοριτσάκι χάθηκε και δεν το ξαναείδα. Κι ο πάγκος έμεινε εκεί, στη θέση του, ορφανεμένος!
            Πέρασε ο καιρός και το επεισόδιο ξεχάστηκε καθώς ζύγωναν οι γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, που για τους περισσότερους ανθρώπους έρχονται στο σπιτικό και στην καρδιά τους, σαν μια ανάπαυλα φωτός και χαράς, μέσα στην μουντάδα του χειμώνα. Δυο μέρες πριν από τα Χριστούγεννα, με κάλεσε ο διευθυντής της εταιρείας στο γραφείο του, για να με ενημερώσει σχετικά με μια προσφορά που αφορούσε σε ένα μεγάλο ακίνητο που το διαπραγματευόταν κάποιος όμιλος, προκειμένου να το μετατρέψει σε ιατρικό κέντρο ή κάτι παρόμοιο. «Ξέρω πως εσύ, ποτέ δεν γιορτάζεις την ημέρα των Χριστουγέννων» μου είπε κυνικά ο διευθυντής και μου ανέθεσε χρονιάρες μέρες την υπόθεση.
            Έτσι λοιπόν, την επομένη, κουστουμαρισμένος και γραβατωμένος, βρέθηκα στην αίθουσα αναμονής του Grand Hotel να περιμένω τον ενδιαφερόμενο εκπρόσωπο. Αυτός αργούσε να κατέβει κι έτσι κάθισα σε ένα τραπεζάκι κοντά στην είσοδο του ξενοδοχείου, δίπλα σε ένα τεράστιο, όμορφα στολισμένο δένδρο. Παρήγγειλα καφέ και χάζευα την κίνηση στον δρόμο. «Παραμονή των Χριστουγέννων», σκέφτηκα, καθώς παρατηρούσα τα παιδαρέλια με τα τρίγωνα να στριμώχνονται στις εισόδους  των καταστημάτων για να πούνε το κάλαντα.  
            Δεν ξέρω τι με έπιασε εκείνη την ώρα. Ήμουν ανάμεσα σε τόσο κόσμο κι όμως αισθάνθηκα τελείως μόνος. Σιγά – σιγά, ένα νοσταλγικό συναίσθημα πλημύρισε την καρδιά μου. Εικόνες από πανέμορφες Χριστουγεννιάτικες στιγμές των παιδικών μου χρόνων σχηματίστηκαν ξαφνικά μπροστά στα μάτια μου, ξεπηδώντας μέσα από τα καταπράσινα κλαδιά και τα λαμπερά στολίδια του δένδρου. Αναμνήσεις παιδικές και παραπεταμένα όνειρα. Νοστάλγησα το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι με όλη την οικογένεια τριγύρω και το στολισμένο δέντρο με τα μικρά δωράκια στις ρίζες του, να σε περιμένουν υπομονετικά να τα ανοίξεις για να σου προσφέρουν μια μικρή στιγμή ευτυχίας και μια τεράστια επιβεβαίωση αγάπης.   
            Αισθάνθηκα ξανά μετά από πολλά χρόνια εκείνη τη Θεία ζεστασιά που ακτινοβολεί το Χριστουγεννιάτικο σπιτικό με τα στολίδια και τις μυρωδιές του και αναρωτήθηκα, αν ήταν σήμερα εδώ η μητέρα μου, πόσο θα ήθελε να με έβλεπε ευτυχισμένο!
            Και τότε, ξαφνικά, αντίκρισα το κοριτσάκι με την αγγελική μορφή, που μου προσέφερε τα κάστανα! Στεκόταν αντίκρυ μου, ακριβώς έξω από την μεγάλη τζαμαρία του ξενοδοχείου, έδειχνε προς τη μεριά μου με το χεράκι της και προσπαθούσε κάτι να μου πει! Μου φάνηκε πως διάβασα στα χείλη της: «…είναι για σένα». Ύστερα χάθηκε. Σηκώθηκα γεμάτος περιέργεια από τη θέση μου και ετοιμάστηκα να βγω να την αναζητήσω μέσα στο πλήθος, όταν, ακριβώς πίσω μου, ακούστηκε μια απαλή, γνώριμη, γυναικεία φωνή.
-       Εμένα περιμένετε κύριε;
            Γύρισα μαγεμένος και την κοίταξα. Ήταν η Ελενίτσα…

Γιάννης Β. Δεβελέγκας                      

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

ΚΟΜΑΝΤΟ 1011, ΣΕ …ΠΑΓΙΔΑ

     
 
       Την ώρα που το κομάντο 1011, της εφορίας, ετοιμαζόταν να βουτήξει μια κόρα ζυμωτό ψωμί μέσα στην λίγδα του σπληνάντερου, δονήθηκε συθέμελα το υπηρεσιακό του smart-κινητό, στο ρυθμό του remix της Έφης Θώδη: «Μπήκαν τα Γίδια στο Μαντρί»! …Ήταν ο αρχηγός!
       -   Μα είμαι στο Καματερό αρχηγέ μου!
       -   Και τι κάνεις εκεί; Πίνεις νερό;
       -   Όχι αρχηγέ μου, κάνω διατροφή και γυμνάζομαι, είπε το κομάντο και σήκωσε δύο φορές νευρικά τον αριστερό του ώμο.
       -   Άσε τις πολυτέλειες κομάντο.  Μάζεψέ τα και έλα γρήγορα στα κεντρικά για εντολές. Η υπόθεση είναι πολύ σοβαρή και δε χωράει άλλη αναβολή! Η κυβέρνηση πρέπει να βρει αμέσως τα χρήματα για να πληρώσει τα… χρωστούμενα! Και η μόνη πλέον διαθέσιμη πηγή πλούτου, είναι η πρώτη κατοικία. Από αυτή τη στιγμή, τρέχει η επιχείρηση με κωδικό όνομα «ΠΡΩ.ΚΑ». Αυτή η συνομιλία σε δεκαπέντε δευτερόλεπτα θα διαγραφεί!
       Εν τω μεταξύ, στην Ελλάδα της κρίσης, η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο. Η ελληνική κυβέρνηση, αφού «ξέχασε» σε κάποιο συρτάρι το στικάκι της Christine Madeleine Odette Lagarde, αφού άλλαξε τα φώτα στη φτωχολογιά με την έμμεση φορολογία, αφού υπέβαλε σε «χημειοθεραπεία» τα υπερήφανα γηρατειά που διαμαρτυρήθηκαν για τις συντάξεις πείνας, αφού ξαπέστειλε τους νέους επιστήμονες στο εξωτερικό, αφού έβαλε τους υπουργούς της - με πρώτους και καλύτερους τους άθεους - να κάνουν ευχέλαια για να βρεθούν επενδυτές ανάμεσα στους «πρόσφυγες». Αφού εν πάση περιπτώσει δεν κατάφερε να κάνει τίποτε από αυτά που υποσχέθηκε στον λαό, κατέφυγε σε πιο δυναμικές μεθόδους για να εισπράξει τα χρήματα που … υπάρχουν. Συγκρότησε στην εφορία την υπηρεσία κρούσης, «Καθαρά Σπίτια», που είχε στις τάξεις της, το καλύτερο κομάντο όλων των εποχών, το κομάντο 1011, τον φόβο και τον τρόμο της μεγαλομπουρζουαζίας!
       Σκοπός της υπηρεσίας «Καθαρά Σπίτια», ήταν αρχικά ο εντοπισμός και η φορολόγηση όλων των παράνομων και αδήλωτων κινητών περιουσιακών στοιχείων αμύθητης αξίας, που εικάζετο πως είχε κρύψει η βδελυρή πλουτοκρατία στις επαύλεις της. Όμως αυτό το σχέδιο κατέληξε σε φιάσκο, καθότι η πλουτοκρατία είχε προλάβει, όπως μόνο η πλουτοκρατία ξέρει να προλαβαίνει, και τα είχε βγάλει όλα σε φορολογικούς παραδείσους του εξωτερικού!
       Ύστερα από αυτό, η κυβέρνηση, αφού διαβουλεύτηκε και ξανα ματα διαβουλεύτηκε, και παρότι δεν το ήθελε, τελικά κατέληξε σε έναν επώδυνο γι αυτήν(;) συμβιβασμό, που συνοψίζεται στο δόγμα: « Όταν δεν μπορούμε να τα αρπάξουμε από τους λίγους που έχουν τα πολλά, τότε ρεφάρουμε γδύνοντας τους πολλούς, που έχουνε τα λίγα».
Έτσι λοιπόν η επίλεκτη υπηρεσία της εφορίας «Καθαρά Σπίτια», σε εφαρμογή του σχεδίου Πρώτη Κατοικία (ΠΡΩΚΑ) έπιασε δουλειά το ίδιο βράδυ. Ο κομάντο 1011 και ο  βοηθός του Λαλαούνης, που πλέον των χρυσαφικών και άλλων τινών τιμαλφών, ήταν και εκτιμητής ακίνητης περιουσίας, βρέθηκαν να ξεροσταλιάζουν στο κατασκόταδο, έξω από μια μονοκατοικία, στο Μεταξουργείο.  
       -   Νομίζω πως τώρα που έκοψε κάπως η κίνηση, ήρθε η στιγμή να εφορμήσουμε Λαλά, είπε το κομάντο και σήκωσε ανήσυχα δύο φορές τον αριστερό του ώμο! Άμα αυτή η πρώτη κατοικία έχει καλές τοιχογραφίες, όπως ισχυρίζονται από τα κεντρικά, θα πιάσει καλά λεφτά στον πλειστηριασμό και θα «τσεπώσει» και η εφορία τα σχετικά. Προχώρα πρώτος!
       -   Αφεντικό, είσαι σίγουρος πως πήρες τον σωστό φάκελο της ΠΡΩΚΑ από το οβάλ γραφείο του αρχηγού και όχι κάποιον άλλο; Βλέπω στην πόρτα του σπιτιού ένα κόκκινο φωτάκι αναμμένο.
       -   Μη γίνεσαι αναιδής Λαλά. Ένα κομάντο της εφορίας, δεν μπερδεύει ποτέ τους φακέλους. Όσο για το κόκκινο φωτάκι, αυτό πρέπει να είναι λέιζερ που ανιχνεύει τα «κοράκια» που έρχονται στα μουλωχτά, να πάρουν πληροφορίες για το ακίνητο. Πάρε αυτό το σπρέι που βάζουν οι γυναίκες στα μαλλιά και κάνε φςς για να φανούνε οι ακτίνες. Μη καθυστερείς όμως άλλο, γιατί όπου να ΄ναι θα έρθει και ο αρχηγός να μας θαυμάσει. 
       -   Αφεντικό έχω κακή προαίσθηση, θα φάμε ξύλο!
       -   Μην ανησυχείς, εδώ είμαι εγώ, θα σε καλύπτω, είπε το κομάντο και ανασήκωσε δυο φορές νευρικά τον αριστερό του ώμο!
       Ο Λαλαούνης, προχώρησε τρεμάμενος από τον φόβο του. 
       -   Αφεντικό, έριξα όλο το σπρέι που μου έδωσες, αλλά δεν φάνηκαν ακτίνες λέιζερ. Η πόρτα είναι ανοιχτή. Πεδίο ελεύθερο!
Το κομάντο έφτασε αθόρυβα ως την πόρτα, βαδίζοντας με το βάδισμα της γάτας των Ιμαλαΐων, έριξε μια φευγαλέα ματιά στο κόκκινο λαμπάκι και μπούκαρε στο σπίτι. Έδεσε χειροπόδαρα και φίμωσε μια Ασιάτισσα γριά που τη βρήκε να κάθεται κοντά στην είσοδο και έστειλε τον Λαλαούνη να ελέγξει τα δωμάτια για τον «κρυμμένο θησαυρό»! 
       Ύστερα από λίγο:
       -   Εδώ μέσα δεν έχει ούτε ψηφιδωτά ούτε τοιχογραφίες, ούτε και έπιπλα αντίκες αφεντικό, όπως μας είπαν από τα κεντρικά. Κάτι παλιό μωσαϊκά έχει για δάπεδο, τα έπιπλά του είναι παλιατζούρες και όλα τα δωμάτια είναι βυθισμένα στο μισοσκόταδο και βρομοκοπάνε. Αυτό δε μοιάζει με κανονική οικία αφεντικό, αλλά με …οίκο, κακόφημο! Πρέπει να ακυρώσουμε την επιχείρηση!  
       -   Αυτό δεν μπορεί να γίνει τώρα, είπε το κομάντο και ανασήκωσε δύο φορές ανήσυχα τον ώμο του. Είναι πολύ αργά για να κάνουμε πίσω! Σε λίγο φτάνει ο αρχηγός!
       -   Ο αρχηγός είναι ήδη μέσα αφεντικό. Τον πήρε το μάτι μου σε ένα δωμάτιο, και είχε και …παρέα!
       Δεν πρόλαβε να αποσώσει τη φράση του ο Λαλαούνης και εμφανίστηκε αναστατωμένος ο αρχηγός.
       -   Τι κάνετε εδώ κομάντο; Ρώτησε αυστηρά ο αρχηγός, με εκείνη την αυστηρότητα που μόνο οι αρχηγοί ξέρουν να ρωτάνε! Εσύ πήρες τον φάκελο ανόητε που είχε τις διευθύνσεις με τις μόνες κερδοφόρες επιχειρήσεις που έχουν απομείνει στην Ελλάδα; Κι εγώ έφαγα τον τόπο να τον ψάχνω;  
       -   Η επιχείρηση εδώ έλαβε τέλος κύριοι, μπορείτε να πηγαίνετε,  συνέχισε στον ίδιο αυστηρό τόνο ο αρχηγός και ύστερα έσκυψε και κάτι ψιθύρισε εμπιστευτικά στο αυτί του 1011.  
       -   Τι σου είπε στα κρυφά ο αρχηγός αφεντικό; ρώτησε ο Λαλαούνης όλος περιέργεια, μόλις απομακρύνθηκαν από το «σπίτι».
       -   Πως και οι δυο τα πήγαμε …περίφημα Λαλά. Ο αρχηγός φαίνεται πως μας έστησε επίτηδες παγίδα, για να μας δοκιμάσει.
       Τάδε έφη κομάντο 1011 και ανασήκωσε δύο φορές ανήσυχα τον ώμο.

Γιάννης Β. Δεβελέγκας

Το επεισόδιο: «Κομάντο 1011 εναντίον πλουτοκρατίας» θα το βρείτε ΕΔΩ.

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2016

ΟΙ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ


Αν και πολλοί αναλυτές, σκοπίμως ή όχι, συνδύασαν αποκλειστικά και μόνο, την επίσκεψη του προέδρου των ΗΠΑ στην Ελλάδα,  με την κατάσταση της οικονομίας μας και την προοπτική ρύθμισης του χρέους, θα ήταν άστοχο να παραβλέψουμε το γεωπολιτικό ενδιαφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και τη Μέση Ανατολή, που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ενέργεια και τα ζωτικά τους συμφέροντα.
Και επειδή στην πολιτική τίποτε δεν συμβαίνει τυχαία, ούτε αξιολογούνται οι συμπτώσεις, η επίσκεψη του Ομπάμα στην Ελλάδα, - χωρίς να επισκεφθεί ταυτόχρονα και την Τουρκία όπως συνέβαινε πάντοτε στο παρελθόν – η σχεδόν ταυτόχρονη άφιξη του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Αθήνα, καθώς και το εσπευσμένο τηλεφώνημα του πρωθυπουργού στον Ερντογάν, έχουν την σημασία τους.
Ένα άλλο σημείο το οποίο δεν θα πρέπει να διαφύγει της προσοχής μας, είναι οι συνεχείς αναφορές του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών κατά την παραμονή του στη χώρα μας, στα πλεονεκτήματα του Δημοκρατικού πολιτεύματος και στο «μεταναστευτικό». Και επειδή όταν ομιλεί ο πλανητάρχης προφανώς δεν απευθύνεται μόνο στο κοινό της αιθούσης του Κέντρου Πολιτισμού «Σταύρος Νιάρχος»,  ούτε μόνο στους Έλληνες τηλεθεατές, αλλά σε ολόκληρο τον πλανήτη, η εστίασή του σε αυτά τα δύο ζητήματα εύλογα αναδεικνύει και την ανησυχία του.
Ανησυχεί όντως ο Πρόεδρος των ΗΠΑ για τα δύο αυτά ζητήματα; και πώς; Ως απερχόμενος πρόεδρος; Ως άνθρωπος με δημοκρατική παιδεία; Ως έγχρωμος πολίτης μιας χώρας που αντιμετώπισε ρατσιστικά προβλήματα; Ως επισκέπτης στη χώρα που γέννησε τη δημοκρατία;
Μήπως εκτός από αυτές τις ανησυχίες του, προσπαθεί να μας προϊδεάσει για κάτι που αυτός τυχαίνει(;) να γνωρίζει και εμείς το αγνοούμε;
Είναι τυχαία η επίσκεψή του στην Ελλάδα, που είναι η κύρια πύλη εισόδου των μεταναστών στην Ευρώπη από την Μέση Ανατολή, και στην Γερμανία που είναι το ισχυρότερο οικονομικά και πολιτικά κράτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης;
Μήπως αυτές οι «κινήσεις» και «ανησυχίες» του προέδρου των ΗΠΑ, είναι μέρος ενός σχεδίου προετοιμασίας της κοινής γνώμης ή ενός σεναρίου που θα προέβλεπε δυναμικές στρατιωτικές επεμβάσεις στην Μέση Ανατολή και κυρίως στο ΙΡΑΝ, μετά από κάποιο «ατύχημα», και που θα είχαν ως συνέπεια την ανεξέλεγκτη αύξηση των μεταναστευτικών ροών προς τις ευρωπαϊκές χώρες, με ότι αυτό συνεπάγεται;  
Αν συμβαίνει το τελευταίο, θα το μάθουμε πολύ αργότερα και δεν είναι δυνατόν αυτή την στιγμή να προβλεφθεί. Ωστόσο η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να το λάβει σοβαρά υπόψιν της στους σχεδιασμούς της (Αν υφίσταται σχεδιασμός) ώστε να ενισχύσει τους τομείς εκείνους, τους φορείς, τα μέσα και τις υποδομές, που θα κληθούν να αποτρέψουν ένα τεράστιο μεταναστευτικό κύμα προς την Ευρώπη, το οποίο ενδεχομένως θα ισοπέδωνε τη χώρα μας!   
Το βέβαιο αυτή τη στιγμή είναι - και δεν το έκρυψε καθόλου ο απερχόμενος πρόεδρος - ότι οι ΗΠΑ ανησυχούν ιδιαίτερα από την άνοδο του εθνικισμού στην Ευρώπη, σε συνδυασμό με τις εκεί κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις. Η μεγάλη άνοδος του εθνικισμού θα είχε ως αποτέλεσμα την διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα οδηγούσε την αμερικανική και κατ΄ επέκταση και την παγκόσμια οικονομία, σε περιπέτειες. Σε αυτήν την περίπτωση, ακόμη και η ανατροπή των συσχετισμών ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή (Κίνα, Ρωσία), θα μπορούσε να θεωρηθεί από πιθανή έως βεβαία.  
Γιάννης Β. Δεβελέγκας