Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

ΕΥΡΩΣΚΕΠΤΙΚΙΣΜΟΣ


            Σαν έφτιαχνε ο καιρός, παλιότερα, είχαμε το συνήθειο με την παλιοπαρέα να περνάμε πολλά από τα βράδια μας στην ταβέρνα της κυρά Αρχόντισσας, πίνοντας δροσερή μπυρίτσα κι απολαμβάνοντας τα καλομαγειρεμένα θαλασσινά της, δίπλα στο διακριτικό κυματάκι του Παγασητικού, απ’ την πλευρά του βρέχει το μαγευτικό Πήλιο!
 Ήταν η μακρινή εποχή που σιγά - σιγά η ΕΟΚ μετασχηματιζόταν σε ΕΕ, που γκρεμίζονταν τα τείχη του υπαρκτού σοσιαλισμού, που άνοιγαν τα σύνορα ανάμεσα στα κράτη μέλη της ευρωπαϊκής κοινότητας και που αποκτούσε ο κάθε ευρωπαίος πολίτης τη δυνατότητα να μετακινείται, να εργάζεται, να τοποθετεί τα χρήματά του και να αγοράζει ελεύθερα περιουσία, σε όποια χώρα της ευρωπαϊκής ζώνης επιθυμούσε.
Ήταν η  εποχή που ο  Έλληνας υπουργός των εξωτερικών δήλωνε κατηγορηματικά: «Από εδώ και πέρα θα λέμε πως καταγόμαστε από την Ευρώπη και έχουμε ως ιδιαίτερη πατρίδα την Ελλάδα!
Η κυρά Αρχόντισσα λοιπόν, ήταν μια λεπτοκαμωμένη ώριμη ηλικιακά γυναίκα, πάντα χαμογελαστή, ευπροσήγορη και περιποιημένη. Σωστή αρχόντισσα κυρά! Πανέμορφο, φιλόξενο και αρχοντικό, φάνταζε και το χωριουδάκι του Πηλίου που μας φιλοξενούσε, έτσι χτισμένο όπως στεκότανε αμφιθεατρικά, πάνω ακριβώς από την παραλιακή ταβέρνα.
Όταν νύχτωνε για τα καλά και η πελατεία αραίωνε, η κυρά Αρχόντισσα ξεκρέμαγε από τον τοίχο τη γλυκόλαλη κιθάρα της κι έπιανε το τραγούδι κάτω από το θρόισμα των φύλλων της αγριελιάς που συγκρατούσε, ίσα για να μην κρυώνουμε, το νυχτερινό αεράκι που έσπρωχνε η θάλασσα προς τη στεριά.   
Ξαφνικά, στην παρθενική μας επίσκεψη σε ένα από τα επόμενα καλοκαίρια, μας υποδέχθηκε στο ταβερνάκι αντί για την κυρά Αρχόντισσα, μια έκπληξη! Παρότι στο περιβάλλον δεν φαίνονταν να υπάρχει κάποια αλλαγή, κάτι μας χάλαγε. Κάτι δεν πήγαινε καλά, κάτι έλλειπε από τη μαγεία αυτού του τόπου που γίνονταν αμέσως αισθητό! Η απορία μας ωστόσο λύθηκε, όταν πλησίασε το καλό μας το γκαρσόνι για την παραγγελία. Ήταν ο μόνος που είχε απομείνει απ’ το παλιό προσωπικό.
Όπως μας εξήγησε, μετά από τις επίμονες ερωτήσεις μας, οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού είχαν πουλήσει τα σπίτια τους σε μια μεγάλη κτηματομεσιτική εταιρεία του εξωτερικού και αυτή με τη σειρά της τα μοσχοπούλησε σε Βορειοευρωπαίους, που είχαν ήδη εγκατασταθεί με τις οικογένειες και τα συμπράγκαλά τους και ήταν τώρα ιδιοκτήτες. «Και η κυρά Αρχόντισσα;» ρωτήσαμε. «Πήρε καλά λεφτά», μας είπε το γκαρσόνι χαμηλώνοντας την ένταση της φωνής του και κοίταξε δειλά προς τη μεριά της κουζίνας, όπου έστεκε και παρακολουθούσε σαν Κέρβερος με τα χέρια σταυρωμένα μπροστά στο τεράστιο πλαδαρό της στήθος η νέα ταβερνιάρισσα, ενοχλημένη φανερά από την καθυστέρηση!   
Αυτό ομολογώ πως ήταν για μένα - τον θερμότατο υποστηρικτή της ευρωπαϊκής ενοποίησης - μία πρώτη απογοήτευση! Μια ψυχρολουσία που τη συνειδητοποίησα σε όλο της το μέγεθος, όταν παρατήρησα στα διπλανά τραπέζια την αλλαγή στη συμπεριφορά των ξένων πελατών, που τώρα πια, δεν καθόντουσαν με τον ίδιο τρόπο όπως συνήθιζαν παλιά, όταν ερχόταν σαν τουρίστες. Τώρα ήτανε αυτοί οι «ντόπιοι» και τ’ αφεντικά, με αυξημένα δικαιώματα! Είχαν εγκαταλείψει το γλυκανάλατο ύφος του ψευτοπολιτισμένου, του δήθεν ευγενικού και διακριτικού Ευρωπαίου που παραδίδει μαθήματα καλής συμπεριφοράς στους ιθαγενείς, κρατώντας με εξαιρετική λεπτότητα τα μαχαιροπίρουνα ανάμεσα στα δάχτυλά του και μηρυκάζοντας αέναα μια πιρουνιά χωριάτικης ή ένα κομματάκι από πεπόνι, πίσω από τα ερμητικά σφραγισμένα χείλη του!  
Τώρα είχα μπροστά μου αγενείς ανθρώπους, καβουρντισμένους στον ήλιο φωνακλάδες, που αδιαφορούσαν επιδεικτικά για τα δικαιώματα των άλλων γύρω. Ανθρώπους καταπιεσμένους στην πατρίδα τους, που εκδηλώνονταν εδώ με το ύφος το τραχύ, του άξεστου, του αγροίκου! Επανέφερα στη μνήμη μου εκείνους τους ιμιτασιόν κριτές, που ενώ συλλήβδην χλεύαζαν όλους τους Έλληνες για τα σπρωξίδια στις ουρές των στάσεων των λεωφορείων, όταν αυτοί ξεβολεύτηκαν με την ενεργειακή κρίση του ¨73 και αναγκάστηκαν για ώρες να περιμένουν στις ουρές των βενζινάδικων για λίγα καύσιμα, αυτοί, οι «πολιτισμένοι», έβγαλαν τα πιστόλια και τα μαχαίρια, και σφαζόντουσαν!
Εκείνο το βράδυ αισθάνθηκα για πρώτη φορά σαν να ήμουν ξένος στην πατρίδα μου, φιλοξενούμενος. Σα να βρισκόμουνα σε άλλη χώρα! Συνειδητοποίησα πως μέσα σ’ αυτήν τον τεράστια κοινότητα που λέγεται Ευρωπαϊκή Ένωση αν δεν εισέλθουμε ως χώρα ισχυρή, θα εξαφανιστούμε. Θα μας καταπιούν τα μεγαλύτερα κράτη, θα μας αφομοιώσουν σε τόσο μεγάλο βαθμό, που θα χάσουμε την εθνική μας ταυτότητα. Και η ελληνική, δεν είναι μια ταυτότητα όποια κι όποια, έχει τεράστια βαρύτητα και ιστορία, την οποία, έχουμε χρέος να διαφυλάξουμε!
Τι όμως καταφέραμε όλα αυτά τα χρόνια από το 1979 που μπήκαμε στην μεγάλη αυτή κοινότητα; Δυστυχώς τίποτε! Επιλέξαμε ηγεσίες και κυβερνήσεις πολύ κατώτερες των περιστάσεων, που το μόνο που φρόντισαν με επιτυχία, ήταν να διαμορφώσουν ένα θεσμικό πλαίσιο εξουσίας και ατιμωρησίας για να ικανοποιήσουν τα αρρωστημένα πάθη τους και να προστατεύονται από τις αδυναμίες και τη μικρότητά τους.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η Ελλάδα να μην ισχυροποιηθεί όπως θα έπρεπε, εκμεταλλευόμενη τον πλούτο της και τα τεράστια ποσά που έλαβε μέσα από διάφορα πακέτα και προγράμματα, γιατί αυτοί που τα διαχειρίστηκαν τα κατασπατάλησαν, άλλοτε με το πρόσχημα ότι είχαν να καλύψουν το δημοκρατικό έλλειμμα που υποτίθεται πως είχε η χώρα, άλλοτε σε φιέστες τύπου Ολυμπιάδας, και βέβαια, για τη δημιουργία κομματικών στρατών που τους διατηρήσανε και τους διατηρούν ως σήμερα στην εξουσία. Και η κατάληξη; Να καταντήσουμε το περίγελο και οι ζητιάνοι της Ευρώπης, και να κινδυνεύουμε να χάσουμε τελείως την εθνική μας ανεξαρτησία και ταυτότητα!
Μια Ελλάδα αδύναμη δεν έχει τη δυνατότητα σε κανένα επίπεδο να θέτει και να επιβάλει τους δικούς της όρους. Εξαρτάται δυστυχώς η επιβίωσή της από τις επιθυμίες, τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις των εταίρων της. 
***
Με αυτές τις σκέψεις να με ακολουθούν, ανταποκρίθηκα τις προάλλες στην τιμητική προσωπική πρόσκληση, να συμμετάσχω σε μία εξαιρετική εκδήλωση που διοργάνωσε με επιτυχία, η Αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Ελλάδα σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Σε ένα διάλογο πολιτών με τον Επίτροπο Ανθρωπιστικής Βοήθειας και Διαχείρισης Κρίσεων της ΕΕ και με θέμα: «Ποια Ευρώπη Θέλουμε;»,
Από την εισαγωγή του Κυπρίου Επιτρόπου, αλλά και τη συζήτηση που ακολούθησε, έγινε φανερό το μέγεθος του προβληματισμού που υποβόσκει στις Βρυξέλλες και στον τόπο μας, από την αλματώδη άνοδο του ευρωσκεπτικισμού. Ποια Ευρώπη θέλουμε;
Έγινε φανερός ο προβληματισμός για το έλλειμμα αλληλεγγύης, ευημερίας, ευζωίας και βιωσιμότητας του υφιστάμενου ευρωπαϊκού μοντέλου. Ποια Ευρώπη θέλουμε;
Εκδηλώθηκε ο προβληματισμός για την απροθυμία της Ευρώπης να λάβει θέση και να στηρίξει την Ελλάδα και την Κύπρο απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα και τις προκλητικές διεκδικήσεις που εγείρει στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο. Ποια Ευρώπη θέλουμε;
Επισημάνθηκε, έστω και έμμεσα, η απαράδεκτη στάση της ΕΕ στο προσφυγικό – μεταναστευτικό ζήτημα, με την επιλογή της να σφραγίσει τα σύνορα των κεντρικών και βόρειων χωρών και να εκθέσει κατ΄ αυτόν τον τρόπο την Ελλάδα σε τρομακτικούς κινδύνους σε περίπτωση «ατυχήματος» στη Μέση Ανατολή, που θα είχε ως αποτέλεσμα να μετατραπεί η Ελλάδα σε ένα μεγάλο hotspot και να εξαφανιστεί! Ποια Ευρώπη θέλουμε;
Αναρωτηθήκαμε όσοι παρευρεθήκαμε στη συζήτηση, ακόμη κι όσοι δεν το εκδηλώσαμε: Γιατί να είναι άραγε ουδέτερη έως αρνητική η στάση της Ευρώπης, απέναντι στα προβλήματα της υπογεννητικότητας, της ανεργίας και της μαζικής φυγής των άριστα επιστημονικώς καταρτισμένων νέων μας; Γιατί η Ευρώπη τηρεί ουδέτερη έως αρνητική στάση, απέναντι στην απροκάλυπτη παραβίαση της νομιμότητας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ελλάδα;
Αναρωτηθήκαμε αν σήμερα στην ΕΕ, υπάρχει έστω και ένας πολίτης της, που να την θεωρεί πατρίδα!
Και πάνω απ’ όλα αναρωτηθήκαμε: «Αυτή την Ευρώπη θέλουμε»;  

Γιάννης Β. Δεβελέγκας